Ζωή. Το υπέρτατο δώρο από τον Δημιουργό.
Νιώθεις, αισθάνεσαι, αγγίζεις, ακούς, βλέπεις μυρίζεις, γεύεσαι. Οι πέντε αισθήσεις και άλλες τόσα συναισθήματα που τα χαίρεσαι μόνο όταν ζεις. Γιατί το βασικό δεν είναι να υπάρχεις αλλά να ζεις. Να ζήσεις τα πάντα πριν ταξιδέψει η ψυχή σου αιώνια. Όλα αυτά τα έζησε και τα πρόσφερε στους οπαδούς ένας άνθρωπος. Μέσω του αθλητισμού. Ένας άνθρωπος πολύ μπροστά από την εποχή του. Κάποιος που αν δεν κόβονταν το νήμα της ζωής του τόσο ξαφνικά, θα τον λέγαμε όλοι, ειδικοί και μη, ως έναν από πέντε κορυφαίους όλων των εποχών στον «βασιλιά των σπορ». Στον μαγικό χώρο του ποδοσφαίρου. Ο λόγος για τον Λουίτζι (Τζίτζι) Μερόνι.
Ο ποδοσφαιριστής που τα είχε όλα. Και έζησε τα πάντα!
Ας τα πάρουμε από την αρχή. Γεννήθηκε μέσα στη φτώχεια στις 24 Φεβρουαρίου του 1943 στο Κόμο της Ιταλίας. Σε ηλικία δύο ετών έχασε από μικρός τον πατέρα του. Η μητέρα του Ρόζα, ύφαινε και έραβε επαγγελματικά. Λεφτά δεν υπήρχαν όπως καταλαβαίνετε. Μεγάλες οικονομικές δυσκολίες για να μεγαλώσει τρία παιδιά. Τον Σελεστίνο, τον Λουίτζι και τη Μαρία. Ο ίδιος ήταν βαθιά συνεσταλμένος και μελαγχολικός. Κατάφερε να επιβιώσει χάρη στο ταλέντο του στην μπάλα.
Την ίδια ώρα που η μουσική, η ποίηση, το σχέδιο, η μόδα (έφτιαχνε μεταξωτές γραβάτες), και η ζωγραφική (την λάτρευε), τέχνες με τις οποίες ασχολούνταν, είχαν μετατραπεί στο προσωπικό καταφύγιό του. Ένας πραγματικός μποέμ, ο Τζίτζι τις περισσότερες φορές παρέμενε σιωπηλός και δεν απαντούσε στους πουριτανούς που τον κατηγορούσαν πίσω από την πλάτη του. Για πολλούς σύγχρονους του, ήταν πάντοτε ένας εύκολος στόχος. Η αλήθεια είναι πάντως ότι δεν προκαλούσε με ακρότητες. Με εξαίρεση, ίσως την συνήθεια ή για άλλους την ιδιορρυθμία του, να βγάζει βόλτα μια κότα σαν να είναι σκύλος και να πηγαίνουν να κάνουν μαζί μπάνιο στη λίμνη του Κόμο, στην γενέτειρα του!
Δεν καταλάβαιναν όμως, ότι απλά του άρεσε η ζωή, δίχως τις υπερβολές που κατά καιρούς διαβάζουμε για άλλους ποδοσφαιριστές.
Οι επικριτές όμως εκεί. Ενοχλούσε η καταγωγή του, ενοχλούσε το παρουσιαστικό του, ενοχλούσαν οι ιδέες του, ενοχλούσαν οι επιλογές της ζωής του. Αρχικά «ενοχλούσε» αφού υπήρχαν υποψίες ότι στις φλέβες του έτρεχε τσιγγάνικο αίμα, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει ρατσιστικές συμπεριφορές. Ο Μερόνι ήταν η «πεταλούδα» που με το πέταγμα της δύσκολα πιάνεται, αυτό ήταν και το παρατσούκλι που του έδωσαν οι φίλαθλοι.
Ο «Τύπος» της εποχής πολλές φορές στάθηκε στον αντισυμβατικό του χαρακτήρα, εντός και εκτός γηπέδου. Άθελα του, ήταν πάντα στο επίκεντρο για επιπλέον λόγους εκτός ποδοσφαίρου.
Όλοι τον αποκαλούσαν αναρχικό μόνο και μόνο επειδή αγαπούσε να φοράει συγκεκριμένα παντελόνια ή καπέλα, πολύχρωμα μπουφάν. Όλοι τον αποκαλούσαν επαναστάτη μόνο και μόνο επειδή είχε μακριά μαλλιά και αγαπούσε να ζωγραφίζει. Όλοι τον αποκαλούσαν ταραχοποιό στοιχείο επειδή αγαπούσε μια γυναίκα που ήταν παντρεμένη πριν.
Για το τελευταίο θα επαναλάμβανε συνέχεια: «Μα δεν ενοχλώ κανέναν». Δεν ενόχλησε κανέναν, αλλά για την κοινωνία του τότε ήταν κάτι διαφορετικό. Απλά ήταν ένας πολύ ήσυχος τύπος, ένας τύπος που απλά ήθελε να είναι ο εαυτός του, αλλά ήταν «περίεργος» τότε. Αγαπούσε να ζωγραφίζει, γιατί χαλάρωνε κάνοντας το. Του άρεσε να ντύνεται έτσι επειδή πραγματικά πίστευε ότι όλοι ήταν ελεύθεροι να ντύνονται όπως θέλουν. Ο Τζίτζι Μερόνι αγαπήθηκε από τόσους πολλούς. Τόσο εντός γηπέδου όσο και εκτός. Ειδικά από τη νεολαία που ζητούσε περισσότερη ελευθερία. Εκείνος αγαπούσε μόνο την Κριστιάνα. Την Κρις όπως την έλεγε. Παράλληλα όμως, στα μάτια των «καθωσπρέπει» νοικοκυραίων, ήταν αδιανόητο ότι συζούσε ανύπαντρος, με μια Πολωνοϊταλίδα ηθοποιό την οποία γνώρισε σε μπαρ, αποκτώντας μάλιστα και παιδί!
Το γεγονός ότι εκείνη στη συνέχεια αναγκάστηκε από την οικογένεια της, να παντρευτεί έναν άντρα σκηνοθέτη πολύ μεγαλύτερο σε ηλικία, αλλά επέστρεψε (δραπέτευσε πιο σωστά), στην αγκαλιά του ποδοσφαιριστή πριν καν πάρει διαζύγιο, θεωρήθηκε εξοργιστικό και πρόκληση για τα χρηστά ήθη της ιταλικής κοινωνίας. Δεν τους ένοιαζε γιατί ήταν πολύ ερωτευμένοι. Η κοπέλα είχε το θάρρος και εγκατέλειψε τη συζυγική της στέγη. Βρήκε καταφύγιο στο σπίτι του πρωταγωνιστή μας.
Μια μικρή σοφίτα στο κέντρο, περιμένοντας την ακύρωση του γάμου. Οι δυο τους αναγκάστηκαν να ζουν κρυφά, αλλά αυτό δεν τους στέρησε τη μεγάλη αγάπη. Γιατί αγαπιόντουσαν πραγματικά. Αληθινά. Ίσως τελικά ο περίεργος δεν ήταν αυτός αλλά οι υπόλοιποι. Ο συμπαίκτης του στο Τορίνο ‘Αλντο Αγκρόπι είπε κάποτε: «Ήταν έτη φωτός μπροστά, είδε πράγματα που άλλοι άνθρωποι ήρθαν να δουν δεκαετίες αργότερα».
Σήμερα οι ποδοσφαιριστές σχεδόν ανταγωνίζονται για να δείξουν το πιο περίεργο λουκ.
Βλέπουμε λοφία, πλεξούδες, ουρές. Μετά σκουλαρίκια, τατουάζ και γένια. Συχνά χαρακτηρίζονται επαναστάτες για το πώς επιλέγουν να εμφανιστούν. Αλλά τώρα είναι απλό. Από την άλλη, χρειαζόμασταν πολύ περισσότερο θάρρος ακόμα και για να έχουμε μακριά μαλλιά στη φανατική Ιταλία της δεκαετίας του ’60.Αυτά είναι τα χρόνια του φαινομένου Μερόνι. Παρά το γεγονός ότι δεν ήταν ο σκοπός του, ο ίδιος κατέληξε να γίνει σύμβολο χιλιάδων παιδιών που ήθελαν να ζήσουν ελεύθερα ακόμα και με κόστος να πάνε κόντρα σε όλα και σε όλους. Πουκάμισο με σορτς, κάλτσες κάτω από τον αστράγαλο και μακριά μαλλιά.
Εκείνο το μακρύ μαλλί που δεδομένης της αδιαλλαξίας της Ιταλίας του Φάμπρι, του κόστισε την εθνική ομάδα. Αλλά ο Τζίτζι δεν ήταν απλά ένα ελεύθερο πνεύμα, ήταν και ένας καταπληκτικός παίκτης.
Μεθυσμένη ντρίμπλα, ταχύτητα και απίστευτο σουτ με ακρίβεια, αριστερά και δεξιά. Ήταν η δεκαετία που σε όλο τον κόσμο ένα κίνημα νεολαίας, «έφευγε» από τα μέχρι τότε συντηρητικά πρότυπα της μεταπολεμικής εποχής. Μακριά μαλλιά, φαβορίτες, άλλες επιλογές στο ντύσιμο, διαφορετικά μουσικά γούστα, ήταν τα στοιχεία της νέας κουλτούρας στα οποία ήταν απόλυτα προσαρμοσμένος και ο Μερόνι.
Αυτοί που στην Ελλάδα ο «Τύπος» της εποχής αποκαλούσε «γιεγιέδες», ήταν παγκόσμιο φαινόμενο. Το πιο ελαφρύ που αποδόθηκε σαν χαρακτηρισμός ήταν ότι θέλει να γίνει ο πέμπτος Μπήτλ και «Σκαθάρι του ποδοσφαίρου», λόγω κόμης, ντυσίματος και συμπεριφοράς. Άλλοι είπαν ότι είναι ένα είδος σαν τον Τζορτζ Μπεστ, άλλοι τον παρομοίασαν με το Γερμανό Πολ Μπράιτνερ, όπως και να έχει δεν ήταν «αντίγραφο» κανενός, αλλά πρωτότυπο και μοναδικό «καλούπι». Σαν να μην έφτανε αυτό, επηρεασμένος από το ρεύμα των beatnik που τότε μεσουρανούσε στην Δύση, άφησε πιο μακρύ μαλλί και μούσι.
Αλλά στα μάτια πολλών Ιταλών, αυτό δεν σήμαινε ότι απλά γούσταρε ας πούμε τους Beatles και υιοθετούσε το λουκ του Πολ ΜακΚάρτνεϊ ή του Ρίνγκο Σταρ. Αντίθετα, τον κατηγόρησαν για κρυφοκομμουνιστή, υποθέτοντας ότι ήθελε να μοιάσει στον Φιντέλ Κάστρο και στον Τσε Γκεβάρα!! Στην ουσία θεωρήθηκε ότι με το έκλυτο lifestyle του, λοιδορούσε τις παραδοσιακές αρχές. Με τον ίδιο τρόπο που ποδοσφαιρικά ξεφτίλιζε με το αέρινο στυλ του και το αλέγκρο, επιθετικό ταμπεραμέντο του το «κατενάτσιο» το οποίο είχε μετατραπεί σε «ευαγγέλιο» του σπορ στη χώρα. Μάλιστα το 1967 με ένα από τα περίφημα μεθυσμένα σλάλομ του, σκόραρε με εκπληκτικό ψηλοκρεμαστό σουτ από την άκρη της περιοχής!
Ήταν το γκολ που διέκοψε το αήττητο της έδρας της μεγάλης Ίντερ του Ελένιο Ερέρα, που δεν είχε χάσει τρία χρόνια εντός έδρας. Ο απόλυτος θιασώτη της αμυντικής τακτικής την είχε πατήσει από το «πέταγμα της πεταλούδας».
Ήταν σε αυτή την κατηγορία ποδοσφαιριστών που συχνά αποκαλούμε «μαέστρους», «μάγους της μπάλας» και με διάφορους χαρακτηρισμούς αποδίδουμε φόρο τιμής και θαυμασμό στις ενέργειές τους. Τα είχε όλα. Υπερβολές, τεχνική, δεξιότητα, ντρίμπλα, ποδοσφαιρική ευφυΐα, πάθος. Αγωνιστικά οι παίκτες, μεταξύ αυτών και ο ίδιος, που αγωνίζονταν με κατεβασμένες κάλτσες και τη φανέλα έξω από το σορτσάκι, αλλά και που αυτοσχεδίαζαν, συχνά παρακούοντας τις εντολές του προπονητή για το πλάνο που έπρεπε να ακολουθήσει η ομάδα.
Έτσι βρίσκονταν συχνά στο στόχαστρο διοικήσεων, προπονητή, φιλάθλων, συμπαικτών και των εφημερίδων, αλλά άλλες τόσες φορές είχαν τέτοια συμβολή στην πορεία των ομάδων τους με τα «καλλιτεχνικά» τους, που έμοιαζε να κοροϊδεύουν τους κανόνες της σιδηράς πειθαρχίας. Αρτίστες που αυτοσχεδίαζαν και όχι γρανάζια που λειτουργούσαν σε ένα σταθερό και επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Με απίστευτες επιδόσεις και εμπνεύσεις. Ο συντηρητικός προπονητής της Εθνικής Ιταλίας Εντμούντο Φάμπρι, του είχε ζητήσει μάλιστα να κουρευτεί, για να τον συμπεριλάβει στις επιλογές του για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1966. Φυσικά δεν εισακούστηκε και οι σχέσεις τους ψυχράνθηκαν. Όμως πέρασε το δικό του απαντώντας: «Ελπίζω ότι μπορώ να παίξω το ίδιο καλά και με πιο μακριά μαλλιά». Το αποτέλεσμα ήταν να βρεθεί στην αποστολή που ταξίδεψε για την Αγγλία. Εκεί είχε την τύχη να μην αγωνιστεί στον ιστορικό διασυρμό από την Βόρεια Κορέα (ήττα με 1-0 που έφερε τον αποκλεισμό για την σκουάντρα ατζούρα), αλλά θεωρήθηκε υπαίτιος για το «κάζο» επειδή λέει χαλούσε το κλίμα στα αποδυτήρια με τα μαλλιά του…
Στο ελάχιστο διάστημα της ζωής του με τα χρώματα της εθνικής νέων είχε 2 συμμετοχές και πέτυχε 1 γκολ. Στη αντρική ομάδα της «σκουάντρα ατζούρα» είχε 6 συμμετοχές και πέτυχε 2 γκολ. Ενώ συνολικά στις ομάδες είχε 170 συμμετοχές και σκόραρε 32 γκολ. Το ένα καλύτερο από το άλλο!
Πως όμως έφτασε να τα κάνει όλα αυτά? Η ποδοσφαιρική του καριέρα ξεκίνησε στην ομάδα νέων της Κόμο. Το 1960 έκανε και το ντεμπούτο του για την πρώτη ομάδα, αν και στη δεύτερη κατηγορία. Στη συνέχεια το 1962 πήγε στη Τζένοα. Εκεί μάλιστα τιμωρήθηκε με πέντε αγωνιστικές επειδή δεν υποβλήθηκε σε προγραμματισμένο έλεγχο ντόπινγκ. Ο ίδιος είπε ότι το ξέχασε, αλλά οι φήμες οργίαζαν ότι ήταν χρήστης ψυχεδελικών ουσιών.
Και αποδείχθηκαν αρκετές για να του μείνει άλλη μία «ρετσινιά». Αυτή του ναρκομανούς!!! Την πρώτη του χρονιά στη μεγάλη κατηγορία είχε συνολικά 45 συμμετοχές και έβαλε 29 γκολ! Με τα μαγικά του οι τιφόζι της Γένοβας τον λάτρεψαν. Έκανε τους οπαδούς της να ερωτευτούν τον τρόπο παιχνιδιού του. Και το 1964 οι οπαδοί έκαναν κάτι μοναδικό. Συλλαλητήρια και διαμαρτυρίες για να μην πουληθεί στην Τορίνο. Όμως η «γκρανάτα» τον απέκτησε. Με το απίστευτο ποσό των 300 εκατομμύρια λιρέτες. Τρομερό για την εποχή. Ο κόσμος του Τορίνο τρελάθηκε. Χάρη στη μαγεία που πρόσφερε με τις κινήσεις του έγινε «η πεταλούδα Γκρανάτα».
Τον είχαν πραγματικά σαν «Θεό». Η άλλη μεγάλη ομάδα της πόλης η πανίσχυρη Γιουβέντους θέλει να τον αποκτήσει. Με μια τρελή, παρανοϊκή θα λέγαμε για εκείνη την εποχή προσφορά. Έφτανε το μυθικό ποσό των 750 εκατομμύρια λιρέτες!!! Ο ίδιος ο Τζίτζι αρνήθηκε και έγινε ήρωας στα μάτια όλων. Όμως ο πρόεδρος ήθελε να τον δώσει. Η πόλη τότε πραγματικά χωρίστηκε στα δύο.
Όλοι οι φίλαθλοι, οπαδοί και κάθε άνθρωπος που υποστήριζε την Τορίνο βγήκε στους δρόμους. Πυροδότησαν μια πραγματική λαϊκή εξέγερση. Ο Πιανέλι ο πρόεδρος της ομάδας ήταν έτοιμος να πει το «ναι», αλλά όταν αυτό βγήκε στη δημοσιότητα, είδε έντρομος οπαδούς να ξενυχτούν έξω από το σπίτι του!!
Την ίδια ώρα πολλοί φίλαθλοι της ομάδας, οι οποίοι εργαζόταν ως υπάλληλοι της FIAT, που εδρεύει στην πόλη και ανήκει στα αφεντικά της Γιουβέντους έκαναν πρωτόγνωρα πράγματα. Ήταν οι μέρες που κυκλοφόρησε το νέο 128 και βγήκαν όλοι από το εργοστάσιο με φυλλάδιο: «Ανιέλι, πάρε τα χέρια σου από τη Τορίνο». Έτοιμοι για μποϊκοτάζ. Με αυτό τον τρόπο ο Ανιέλι που ήταν θαυμαστής του και η πανίσχυρη οικογένεια του έκανε πίσω. Πολλά χρόνια μετά η εταιρία ξανά αντιμετώπισε τη δυσαρέσκεια των εργαζόμενων. Όταν ξοδεύτηκε το τεράστιο ποσό για να αποκτηθεί από τη Γιουβέντους ο Κριστιάνο Ρονάλντο, ενώ εκείνοι πάλευαν για αυξήσεις στους μισθούς τους. Όμως η μεταγραφή αυτή έγινε. Τζίτζι Μερόνι ένας ήταν!
Και η τελευταία σεζόν της πολύ σύντομης καριέρας του ήταν και η καλύτερη.
Ενθουσίαζε τους πάντες. Τρομερές επιδόσεις, απίθανες ντρίμπλες, διαστημική ταχύτητα, απρόβλεπτες κινήσεις και γκολ που «ζωγράφιζαν» στο γήπεδο. Πολύ πιο ώριμος ποδοσφαιρικά και συνεχίζοντας την αντικομφορμιστική ζωή του εκτός γηπέδων, ο Μερόνι άνθισε «οργώνοντας» την δεξιά πλευρά και φτιάχνοντας αμέτρητες φάσεις που τρέλαιναν τους οπαδούς. Το προσωνύμιο του, «La Farfalla Granata», δηλαδή «η γκρενά πεταλούδα» από τα χρώματα του συλλόγου, μάλλον αποτυπώνει πιστά το στυλ παιχνιδιού του ανθρώπου, που το καλοκαίρι του 1967 έγινε ο λόγος γίνει χαμός στην όμορφη πόλη της Ιταλίας. Ενώ και εκτός αγωνιστικού χώρου πήγαιναν τέλεια τα πράγματα.
Ο γάμος της Κριστιάνας ακυρώθηκε. Το όνειρο τους μπορεί να γίνει πραγματικότητα. Μόνο που μια φρικτή και γελοία μοίρα, ακριβώς την πιο ευτυχισμένη στιγμή, τον πήρε μακριά από την Κρις και από τόσους πολλούς που τον αγάπησαν. Γιατί κανένας δεν μπορεί να ξεφύγει από εκείνη (μοίρα) όταν έχει πάρει τις αποφάσεις της…
Το ημερολόγιο γράφει 15 Οκτωβρίου του 1967 και έχουν περάσει μόλις λίγες ώρες από τη νίκη της Τορίνο επί της Σαμπντόρια με 4-2. Η «γκρανάτα» πλευρά της πόλης πανηγυρίζει. Κάποιοι από τους πρωταγωνιστές εκείνης της νίκης θέλουν να το γιορτάσουν πίνοντας ένα ποτό στο γνωστό μπαρ «Ζαμπόν». Οι Τζίτζι Μερόνι και Φαμπρίτσιο Πολέτι περπατούν στον δρόμο «Corso Re Umberto» με σκοπό να συναντηθούν με τις συντρόφους τους. Τον διασχίζουν απρόσεκτα και το κακό δεν αργεί να συμβεί.
Μόλις λίγα δευτερόλεπτα αργότερα ο πρώτος θα χτυπηθεί από διερχόμενο αμάξι που θα τον πετάξει στο απέναντι ρεύμα όπου ένα δεύτερο αυτοκίνητο τον αποτελειώνει. Ο Πολέτι τραυματίζεται αντιστοίχως ελαφρά. Ο οδηγός πλησιάζει το θύμα και το σοκ του γίνεται ακόμη μεγαλύτερο όταν αντιλαμβάνεται την ταυτότητά του. Ο νεκρός είναι ο άνθρωπος που φορούσε τη φανέλα με το «7» για λογαριασμό της Τορίνο, ο ασυμβίβαστος και χαρισματικός Τζίτζι Μερόνι, ενώ ο θύτης είναι ένας νεαρός, ο Ατίλιο Ρομέρο.
Φανατικός οπαδός της ομάδας, με ένα δωμάτιο γεμάτο κασκόλ, αφίσες και μια φωτογραφία του ίδιου του Μερόνι στον τοίχο, συνειδητοποιεί ότι άθελά του έχει σκοτώσει το ίδιο το είδωλό του. Λες και αυτή η ιστορία από μόνη της δεν είναι αρκετά ανατριχιαστική, έρχονται κι άλλες λεπτομέρειες να την αναδείξουν σε ένα «φεστιβάλ» συμπτώσεων και συγκυριών οι οποίες μοιάζουν απίστευτες. Πολλά χρόνια αργότερα ο Ρομέρο, που βρισκόταν στο τιμόνι του μοιραίου αυτοκινήτου, θα γίνει ιδιοκτήτης και πρόεδρος του συλλόγου. Μάλιστα σε συνέντευξή του θα αποκαλύψει ένα όνειρο του πατέρα του δυο μέρες πριν το συμβάν. Τον είχε δει να οδηγεί στους δρόμους της πόλης και να χτυπά έναν ταύρο που ξεψύχησε στα χέρια του. Για όσους δεν το γνωρίζουν, ο ταύρος είναι το σύμβολο της Τορίνο!!!
Συνεχίζοντας στη σφαίρα του υπερφυσικού, αξίζει να σημειωθεί ότι οι οπαδοί της ομάδας φώναζαν τα προηγούμενα χρόνια ρυθμικά το όνομα του Μερόνι και τραγουδούσαν συνθήματα στο «Κομουνάλε».
Γνωρίζοντας ότι από ακόμα ένα παράξενο καπρίτσιο της μοίρας, Λουίτζι (Τζίτζι) Μερόνι (χωρίς όμως να σχετίζεται με τον ποδοσφαιριστή) λεγόταν και ο πιλότος του αεροπλάνου στο τραγικό δυστύχημα της Superga όταν στις 4 Μαΐου του 1949 ξεκληρίστηκε η «Grande Torino», η καλύτερη τότε ομάδα της Ιταλίας και ίσως ολόκληρης της Ευρώπης. Το αεροσκάφος εκείνης της τραγωδίας ήταν ένα Fiat G-212 ενώ (σωστά μαντέψατε) και το αμάξι το οποίο οδηγούσε ο Ρομέρο ήταν κατασκευασμένο από την ίδια εταιρεία (ένα 127 Coupe), συμφερόντων της οικογένειας Ανιέλι που για δεκαετίες διοικεί την «μισητή» συμπολίτισσα, Γιουβέντους.
Στην κηδεία του κατόρθωσε να ενώσει τους πάντες. Ήταν πάνδημη. Υπολογίζονται σε πάνω από 20.000 όσοι έδωσαν το παρόν. Φίλαθλοι τόσο της Γιουβέντους όσο και της Τορίνο σε μια σπάνια ανακωχή, είπαν το ύστατο χαίρε σε μια ποδοσφαιρική ιδιοφυΐα.
Ανάμεσα τους και φίλοι άλλων ομάδων, αλλά και μη ποδοσφαιρόφιλοι. Έναν μποέμ χαρακτήρα που ενσάρκωσε το «live fast, die young», όπως λέει και το ροκ που τόσο αγαπούσε. Την ίδια χρονιά η Τορίνο κατέκτησε το κύπελλο Ιταλίας και το αφιέρωσε στη μνήμη του. Ενώ το 1976 που κατάφερε να κατακτήσει το πρωτάθλημα δεν ήταν λίγοι οι φίλοι της ομάδας που έσπευσαν στο σημείο που σκοτώθηκε για να τιμήσουν την μνήμη του. Ενώ πλέον εκεί βρίσκεται ένα μικρό μνημείο που υπενθυμίζει στις επόμενες γενιές το σύντομο αλλά μεγαλειώδες πέρασμά του από την «γκρανάτα».
Και μπορεί να πέρασαν τόσα χρόνια, αλλά κάθε 15 Οκτωβρίου στο σημείο που έχασε τη ζωή του φίλοι της Τορίνο τιμούν τη μνήμη του. Την ιστορία του Μερόνι αποτυπώνει το βιβλίο του Nando dalla Chiesa «La Farfalla Granata» (Η Βυσσινί Πεταλούδα) που μάλιστα μεταφέρθηκε και στη μεγάλη οθόνη. Τόσο σπουδαίος που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο.
Όταν έχασε την ζωή του, ο Μερόνι ήταν μόλις 24 ετών. Έβλεπε την καριέρα του να απογειώνεται την στιγμή που οι σύγχρονοι του τον αποκαλούσαν «Ιταλό Τζορτζ Μπεστ».
Ωστόσο αυτή η σύγκριση μπορεί να είναι κολακευτική και ίσως ακριβής σε ποδοσφαιρικό επίπεδο για τον μακρυμάλλη, μουσάτο εξτρέμ, αλλά τον αδικεί σε ότι αφορά στην στάση ζωής. Σε αντίθεση με τον Βορειοϊρλανδό αρτίστα, ο Τζίτζι δεν ήταν αλκοολικός, γυναικάς ή πάρτι άνιμαλ. Τουλάχιστον όχι σε αυτό το σημείο. Είχε, όμως, την ατυχία να είναι εκκεντρικός και να γεννηθεί και να μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον με δυσανεξία στην διαφορετικότητα, με την συντηρητική κοινωνία της χώρας να ζει ακόμη υπό την έντονη επιρροή του καθολικισμού που «έπνιγε» προσωπικότητες σαν την δική του. Και αυτός τα άλλαξε όλα με τη στάση του.
Με τον τρόπο ζωής του. Με την ιδιοφυΐα και την «ελευθερία» του!
Έτσι κλείνει η ιστορία μιας ποδοσφαιρικής ιδιοφυΐας, που δεν άναψε μόνο τις ψυχές των ποδοσφαιρόφιλων άλλα όλης της Ιταλίας. Άναψε τις ψυχές εκείνων που ονειρεύτηκαν την ελευθερία, που είδαν σε εκείνο τον μακρυμάλλη, ένα αγόρι που ακολούθησε τα όνειρά του, πολεμώντας ενάντια στους φανατικούς, ένα σύμβολο και παράδειγμα προς μίμηση. Και «έφυγε» με αυτόν τον απροσδόκητο τρόπο. Ίσως δεν ήθελε να γεράσει μπροστά στα μάτια των ανθρώπων, αφήνοντας στην μνήμη μας μια πεταλούδα που είναι ακόμα εκεί, πετώντας αιώνια ελεύθερη…
Από τον Ευστράτιο Φωτεινό























































