Δεκαετία ’80. Η ωραιότερη πραγματικά όλων των εποχών. Με την καλύτερη μουσική, με τις γυναίκες με φυσική ομορφιά, και όχι μέσα στην πλαστική και στο μακιγιάζ. Με τις ντίσκο, την ντισκομπάλα να κρέμεται, το φλερτ, το «καμάκι» να γίνεται πρόσωπο με πρόσωπο, και όχι μέσα από μια κρύα οθόνη. Με πάρτυ στα σπίτια με την μπουκάλα και το θάρρος ή αλήθεια να έχουν την τιμητική τους. Με ποδόσφαιρο στα σχολεία και στους δρόμους μέχρι αργά το βράδυ. Να γυρίζουμε στο σπίτι με ματωμένα γόνατα και να μη μας ενδιαφέρει. Πίναμε νερό όλα τα παιδιά από μια βρύση και δεν μας ένοιαζε, ούτε σιχαινόμασταν. Με τυφλόμυγα, κρυφτό, κουτσό, κυνηγητό, μήλα, αγαλματάκια ακούνητα και κεραμιδάκια να είναι καθημερινά στο ρεπερτόριο. Με ουφάδικα και ξύλινο ποδοσφαιράκι να έχουν πάρει «φωτιά» και να γίνονται μάχες μέχρι τελικής πτώσης, (δηλαδή μέχρι τα κέρματα των δραχμών που είχαμε πάρει για δεύτερη και τρίτη φορά από τους γονείς μας να τελειώσουν οριστικά). Με ποδήλατα bmx, σκέιτμπορντ και στη συνέχεια το «θρυλικό παπάκι» μηχανάκι να είναι απόλαυση. Με αλμανάκο, μίκυ μάους και μίκυ μυστήριο να γίνονται ανάρπαστα στα περίπτερα. Με τις αθλητικές εφημερίδες να διαβάζονται περισσότερο και από το ευαγγέλιο της εκκλησίας. Με αυτοκόλλητα Panini (ακόμα το κάνω), κάρτες NBA να αλλάζουν χέρια μέχρι να συμπληρωθούν τα άλμπουμ. Με αληθινό, αντρικό ξύλο με τους φίλους σου με τα χέρια, και όχι με μαχαίρια όπως σήμερα. Με ματωμένες μύτες και κλωτσιές πολλές φορές για ασήμαντο λόγο. Όπως π.χ. για ένα φάουλ που δε δόθηκε, και την επόμενη μέρα, σαν να μην έγινε τίποτα να είστε ξανά κολλητοί, χωρίς φυσικά να επεμβαίνουν οι γονείς όπως στη σημερινή εποχή. Με ποδοσφαιρικούς αγώνες που δεν ήξερες ποιος θα είναι νικητής. Με τελικούς Κυπέλλων Πρωταθλητριών που τα φαβορί πάθαιναν πανωλεθρία. Όπως το 1986, που η Μπαρτσελόνα έχασε μέσα στην Ισπανία από την Στεάουα Βουκουρεστίου, και την επόμενη χρονιά που η Πόρτο με ανατροπή νίκησε την Μπάγερν Μονάχου. Με το πρώτο τρόπαιο της εθνικής Ελλάδας στο μπάσκετ. Με Γκάλη, Γιαννάκη, Φασούλα, Φάνη Χριστοδούλου και προπονητή τον Κώστα Πολίτη. Με ΠΑ.ΣΟ.Κ να σαρώνει τα πάντα και η Ν.Δ να είναι δεύτερο κόμμα με ποσοστό κοντά στο 40%. Με μπουζούκια, κέντρα, καφετέριες να είναι ανοιχτά όλες τις μέρες της εβδομάδας!! Αυτή ήταν η καλύτερη εποχή, όχι μόνο για τη χώρα μας και την Ευρώπη, αλλά για όλο τον πλανήτη. Μέσα σε αυτή την ευφορία εμείς θα κάνουμε στάση στο 1984. Συγκεκριμένα στη Γαλλία και  στο Euro που διοργάνωσε. Η διοργάνωση που ο Μισέλ Πλατινί έβαλε 9 γκολ οδηγώντας τους «τρικολόρ» στο θρόνο για πρώτη φορά!

      Και μπορεί ο Μισέλ να ήταν ο «σημαιοφόρος» των Γάλλων, αλλά υπήρχε κάποιος που έκανε όλη τη «βρώμικη» δουλειά. Που χωρίς αυτόν η Γαλλία δε θα έφτανε ως το τέλος. Το art of football έχει τη χαρά να σας παρουσιάσει τον τεράστιο Ζαν Τιγκανά (Jean Amadou Tigana). Ένας παικταράς. Μια απίστευτη μορφή ύψους 1.68 στα γήπεδα. Με ένα καταπληκτικό παρατσούκλι. Τον φώναζαν «Ο Δον Κιχώτης του Μάλι» (Le Don Quichotte du Mali). Γεννήθηκε στις 23 Ιουνίου 1955 στο Γαλλικό Σουδάν. Συγκεκριμένα στην πρωτεύουσα Μπαμάκο. Τώρα σίγουρα αναρωτιέστε που είναι το Γαλλικό Σουδάν? Εδώ είμαστε να σας διαφωτίσουμε. Γαλλικό Σουδάν ονομαζόταν, επί γαλλικής αποικιοκρατίας το κράτος της Δυτικής Αφρικής με πρωτεύουσα τη Μπαμάκο. Είναι το σημερινό Μάλι, το οποίο είχε πάρει αυτή την ονομασία από τους Γάλλους, όταν για ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, η Σενεγάλη και το Μάλι ενώθηκαν ως μία ενιαία χώρα, το Γαλλικό Σουδάν. Το οποίο συνέχισε να ονομάζεται έτσι και μετά την διάσπαση των δύο σημερινών κρατών, μέχρι την ανεξαρτησία της χώρας (του Μάλι). Ο πατέρας του ήταν από το Μάλι και η μητέρα του Γαλλίδα. Σε ηλικία 4 ετών μετανάστευσε μαζί με τους γονείς και τα 8 αδέλφια του στη Γαλλία. Συγκεκριμένα στη Μασσαλία. Εκεί τοπικά έπαιξε στους μικρούς της Μαρσέιγ. Στη συνέχεια στην Κασί και αργότερα στα 20 του στην Καϊόλ (SO Les Caillols). Το κακό είναι ότι κανείς δεν του έδωσε σημασία. Δοκιμάστηκε χωρίς επιτυχία και στις Καν, Νιμ, Νις όπου απορρίφθηκε. Απογοητευμένος από την εξέλιξη, άρχισε να παίζει ποδόσφαιρο στην παραλία, ενώ ταυτόχρονα εργαζόταν, σε ένα εργοστάσιο παραγωγής μακαρονιών και στη συνέχεια απασχολούνταν επαγγελματικά ως ταχυδρόμος για τέσσερα χρόνια!! Αλλά όταν θέλει η τύχη όλα συμβαίνουν. Εκεί (στην παραλία), τον πρόσεξε ο μάνατζερ της Τουλόν και του πρότεινε να υπογράψει ετήσιο συμβόλαιο, το 1975. Δύο χρόνια αργότερα, ο τότε ομοσπονδιακός τεχνικός της Γαλλίας, Μισέλ Ινταλγκό (Michel Hidalgo), τον συμπεριέλαβε στη λίστα των υποψηφίων για να κληθούν στο αντιπροσωπευτικό συγκρότημα!

      Έμεινε στη Τουλόν μέχρι το 1978, όταν και πήγε για μια τριετία στη Λυών (1978-1981). Έπαιξε τον πρώτο του επαγγελματικό αγώνα στις 19 Ιουλίου του 1978, σε μια ήττα  με 0-1, στο Στρασβούργο. Στα «Παιδιά» (Les Gones), στα Αρπιτανικά, την τοπική διάλεκτο της περιοχής, με δάσκαλο τον Εμέ Ζακέ (Aimé Jacquet), ο Τιγκανά, από «πλέι-μέικερ», έμαθε να παίζει πιο πίσω, ως ανασταλτικός μέσος. Έμαθε να αμύνεται και να περπατάει σωστά στον αγωνιστικό χώρο. Το 1980, ο Ζακέ ανέλαβε τα ηνία της Μπορντό και την επόμενη χρονιά τον κάλεσε κοντά του, σε μια μεταγραφή κόστους 4 εκατομμυρίων δολαρίων! Μιλάμε για τεράστιο ποσό τότε!! Έμεινε εκεί μέχρι το 1989. Σ’ αυτές τις 8 σεζόν έκανε μυθικές εμφανίσεις. Κατέκτησε 3 πρωταθλήματα. Το 1984, το 1985 και το 1987. Ενώ ταυτόχρονα σήκωσε και άλλα δύο Κύπελλα Γαλλίας, το 1986 και το 1987. Δεν έμεινε μόνο εκεί. Έκανε και καταπληκτικές πορείες με τους «Γιρονδίνους» στην Ευρώπη. Η ομάδα έφτασε στα ημιτελικά του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1985. Όμως αποκλείστηκε από τη Γιουβέντους του φίλου του Μισέλ Πλατινί, καθώς και στο Κύπελλο Κυπελλούχων το 1987, όπου αποκλείστηκε και πάλι, από την ανατολικογερμανική Λοκομοτίβ Λειψίας.

      Έχοντας ωριμάσει ποδοσφαιρικά και παράλληλα κατακτήσει και την παγκόσμια αναγνώριση, μετακόμισε στην ομάδα των παιδικών του ονείρων, τη Μαρσέιγ! Με τα χρώματά της «ΟΜ» κατέκτησε δύο συνεχόμενα πρωταθλήματα, το 1990 και το 1991. Έφτασε πολύ κοντά να σηκώσει και το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης το 1991. Αλλά εκεί ο Ερυθρός Αστέρας Βελιγραδίου του έκοψε το δρόμο. Μετά από ένα κακό παιχνίδι που έληξε 0-0 στη διαδικασία των πέναλτι οι Γιουγκοσλάβοι ήταν πιο τυχεροί και επικράτησαν. Λίγες εβδομάδες, μετά από αυτό το παιχνίδι αποσύρθηκε από την ενεργό δράση «κρεμώντας τα παπούτσια του». Ο τελευταίος επαγγελματικός του αγώνας, έγινε στις 2 Ιουνίου του 1991, στη νίκη με 4-1 εναντίον της Ροντέζ. Συμμετείχε συνολικά σε 544 αγώνες και πέτυχε 38 γκολ. Σε προσωπικό επίπεδο είχε μεγάλες διακρίσεις. Ήταν ο καλύτερος πρωτοεμφανιζόμενος στο γαλλικό πρωτάθλημα το 1980, ψηφίστηκε παίκτης της χρονιάς για τη Γαλλία το 1984, βγήκε ο δεύτερος καλύτερος παίκτης στην Ευρώπη από το γαλλικό περιοδικό «Onze» (Onze d’Argent) το 1984, ήταν επιλαχών την ίδια χρονιά ξανά για τη Χρυσή Μπάλα. Ενώ ακόμα ήταν μέλος της ιδανικής 11αδας στη διοργάνωση του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος το 1984, ήταν μέλος της ιδανικής 11αδας στη διοργάνωση του παγκοσμίου κυπέλλου το 1986 και τέλος ήταν ο τρίτος καλύτερος παίκτης στην Ευρώπη από το γαλλικό περιοδικό «Onze» (Onze de Bronze) το 1987.

       Τεράστιο κομμάτι έπαιξε και η εθνική ομάδα, σε αυτή την λαμπερή πορεία που έκανε. Χρίστηκε 52 φορές διεθνής, από το 1980 έως το 1988 και σημείωσε ένα γκολ. Έκανε το διεθνές ντεμπούτο του, στις 23 Μαΐου του 1980, σε μια νίκη με 1-0 εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Μαζί με τον Μισέλ Πλατινί, τον Λουίς Φερναντέζ και τον Αλέν Ζιρές, συνέθεσαν το «μαγικό τετράγωνο» (Carré Magique). Την κορυφαία μεσαία γραμμή στην Ευρώπη στη δεκαετία του ’80, και μια από τις κορυφαίες παγκοσμίως, όλων των εποχών! Στέφθηκε πρωταθλητής Ευρώπης, κατακτώντας το Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα του 1984 με τους «τρικολόρ», ενώ έπαιξε με τη φανέλα τους και σε δύο «μικρούς» τελικούς Παγκοσμίου Κυπέλλου. Πρώτα το 1982 τερματίζοντας στην τέταρτη θέση και στο «καπάκι» το 1986, όπου και εναντίον της Ουγγαρίας στους ομίλους σημείωσε το μοναδικό γκολ της διεθνούς του καριέρας, κατακτώντας την τρίτη θέση, νικώντας το Βέλγιο. Έπαιξε τον τελευταίο διεθνή του αγώνα, στις 19 Νοεμβρίου του 1988, στη νίκη με 3-2 επί της Γιουγκοσλαβίας. Ειδικά στο Euro που έγινε στην πατρίδα του ήταν απίστευτος! Στον ημιτελικό απέναντι στην Πορτογαλία, που θεωρείται ένα από τα καλύτερα παιχνίδια στην ιστορία του ποδόσφαιρου, ήταν ένα «μηχανάκι» που ανεβοκατέβαινε πάνω κάτω και βοήθησε τα μέγιστα. Στις 23 Ιουνίου στο κατάμεστο «Βελοντρόμ» της Μασσαλίας, η Γαλλία λύγισε την Πορτογαλία στην παράταση με 3-2, ύστερα από ένα συναρπαστικό παιχνίδι με διαρκή σκαμπανεβάσματα. Οι γηπεδούχοι στο 24’ λεπτό άνοιξαν το σκορ με τον Ζαν Φρανσουά Ντομέρζ. Η ομάδα του Φερνάντο Καμπρίτα, με «αστέρια» όπως ο Φερνάντο Γκόμες και ο Ρουί Ζορντάο, δέχθηκε καταιγισμό ευκαιριών, αλλά χάρη στις αποκρούσεις του Μανουέλ Μπέντο έδειξε χαρακτήρα, ισοφάρισε στο 74’ λεπτό με τον Ζορντάο και έστειλε το ματς στην παράταση. Εκεί ο Ζορντάο ξανά στο 98’ λεπτό σκόραρε και οι Πορτογάλοι πήραν προβάδισμα πρόκρισης για τον τελικό. Οι Γάλλοι στις κερκίδες είχαν πάθει σοκ. Τα λεπτά περνούσαν, ο αποκλεισμός έδειχνε πιο κοντά από ποτέ για τους οικοδεσπότες, οι οποίοι όμως «χτύπησαν» δύο φορές στο φινάλε. Αρχικά, ξανά ο Ντομέρζ ισοφάρισε στο 114’ λεπτό. Εκεί που όλα έδειχναν ότι θα φτάναμε στην ψυχοφθόρο διαδικασία των πέναλτι, ο Πλατινί κρατούσε το «κλειδί του παραδείσου», όπως έγραψε την επόμενη μέρα η εφημερίδα «L’ Equipe» και έγειρε οριστικά την πλάστιγγα υπέρ των μετέπειτα πρωταθλητών Ευρώπης. Την ασίστ την έδωσε ο Ζαν Τιγκανά. Η περιγραφή του αγώνα έχει γραφτεί στην ιστορία. Αυτό το Τιγκανά Τιγκανά Πλατινί γκοooooλλλλλλλλ αντηχεί και θα αντηχεί στα αυτιά κάθε Γάλλου για πάντα.

      Μέχρι τα 36 του έπαιζε ποδόσφαιρο. Όταν αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, συνέχισε να προσφέρει στον χώρο ως προπονητής. Ο πρώτος σύλλογος ήταν η Λυών. Ανέλαβε το 1993 και κάθισε στον πάγκο της μέχρι το 1995. Στη συνέχεια πήγε στη Μονακό όπου παρέμεινε μέχρι το 1999. Με την ομάδα του Πριγκιπάτου πήρε το πρωτάθλημα το 1997. Μάλιστα την επόμενη σεζόν έφτασαν ως τα ημιτελικά του «Τσάμπιονς Λιγκ». Στα προημιτελικά απέκλεισαν τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ μετά από μεγάλη μάχη. Στα ημιτελικά όμως η Γιουβέντους ήταν ανυπέρβλητο εμπόδιο. Μετά τη Γαλλία ήρθε το Λονδίνο και η Αγγλία. Τον Απρίλιο του 2000 έγινε ο νέος τεχνικός της Φούλαμ που τότε ήταν στην «Τσάμπιονσιπ» (δεύτερη εθνική). Τους βοήθησε να ανέβουν στην «Πρέμιερ Λιγκ» και μάλιστα ως πρωταθλητές! Τερμάτισαν στη 13η θέση στην πρώτη τους σεζόν, και προκρίθηκαν στο Κύπελλο ΟΥΕΦΑ (μέσω του Κυπέλλου Ιντερτότο). Δυστυχώς όμως το 2003 απολύθηκε με άσχημο τρόπο. Το χειρότερο ήταν ότι οι δύο πλευρές έφτασαν ως τα δικαστήρια!! Ο σύλλογος τον οδήγησε εκεί αφού του έκανε μήνυση για απάτη. Η ομάδα του Λονδίνου κατηγόρησε τον Γάλλο τεχνικό για την παραλαβή χρημάτων κάτω από το τραπέζι προκειμένου να κλείσει τις μεταγραφές των Έντβιν Φαν ντερ Σαρ και Στιβ Μαρλέ. Οι κατηγορίες στη συνέχεια αποσύρθηκαν. Αλλά το θέμα δεν έληξε. Υπήρξε μετά απάντηση. Αφού ο ίδιος ο Ζαν πήγε τη Φούλαμ στο δικαστήριο, για άδικη απόλυση και συκοφαντική δυσφήμηση προς το πρόσωπο του. Τελικά δικαιώθηκε, κερδίζοντας μια πληρωμή άνω των 2.000.000 λιρών!!!

      Τον Οκτώβριο του 2005, μετά από μια παύση δύο ετών υπέγραψε συμβόλαιο δυόμισι ετών με την τουρκική Μπεσικτάς. Την ίδια σεζόν, οι «μαύροι αετοί» κέρδισαν το Κύπελλο Τουρκίας μετά από οκτώ ολόκληρα χρόνια. Αμέσως μετά τη δεύτερη συνεχόμενη κατάκτηση του Κυπέλλου Τουρκίας το 2007, ανακοίνωσε ότι επρόκειτο να φύγει από την Κωνσταντινούπολη στο τέλος της σεζόν. Στις 25 Μαΐου του 2010, επέστρεψε ως προπονητής στο γαλλικό πρωτάθλημα, μεταβαίνοντας στην Μπορντό, αντικαθιστώντας τον Λοράν Μπλαν. Στις 7 Μαΐου του 2011, μετά από μια σκληρή ήττα από τη Σοσό με 0-4 και μια λεκτική επίθεση από τους οπαδούς της ομάδας κατά της κόρης του, που βρισκόταν στο γήπεδο, ανακοίνωσε ότι φεύγει. Στις 18 Δεκεμβρίου του 2011, πήγε στην Ασία. Θα προπονούσε την κινέζικη Σαγκάη Σενχούα. Όμως η περιπέτεια δεν κράτησε πολύ. Στις 15 Απριλίου του 2012, παραιτήθηκε από προπονητής της, αφού η ομάδα ήταν στην τελευταία πεντάδα του εγχώριου πρωταθλήματος. Βλέπουμε ότι και ως προπονητής, παρά τις ατυχίες δεν τα πήγε και άσχημα. Με τη Μονακό κατέκτησε το 1997 το πρωτάθλημα και το γαλλικό Σούπερ Καπ. Με τη Φούλαμ το πρωτάθλημα της «Τσάμπιονσιπ» το 2001 και το Κύπελλο Ιντερτότο το 2002. Με την Μπεσικτάς πήρε δύο συνεχόμενα Κύπελλα Τουρκίας το 2006 και το 2007. Ενώ σήκωσε και το τουρκικό Σούπερ Καπ το 2006. Προσωπικές διακρίσεις είχε και ως τεχνικός. Ψηφίστηκε ο προπονητής της χρονιάς για τη γαλλική «Λιγκ 1» (Ligue 1) το 1997 και ταυτόχρονα ο προπονητής της χρονιάς για τη Γαλλία πάλι το ίδιο έτος. Μετά το 2012 χάθηκε από το προσκήνιο του ποδοσφαίρου και ασχολήθηκε με τους αμπελώνες του. Εκεί στην επαρχία βρήκε την ηρεμία και το κρασί του είναι καταπληκτικό.

      Έχει μετακομίσει πίσω στο σπίτι του, στο Κασί (Cassis), στην ευρύχωρη βίλα του, φωλιασμένη στην πλαγιά του λόφου, όπου το τραγούδι των τζιτζίκων και η μυρωδιά των πεύκων τον βοηθούν να ξεχάσει τα πάντα. Σε αυτή τη μικρή γωνιά του παραδείσου, όπου όλοι τον γνωρίζουν, τον εκτιμούν, βρήκε τους πιστούς του φίλους και τις απλές απολαύσεις που τόσο είχε ανάγκη. Πάει για φαγητό στο λιμάνι και κατεβαίνει το βράδυ στην πόλη, για ένα παιχνίδι τάβλι. Απολαμβάνει αυτές τις χαρούμενες μέρες που οι κάτοικοι τραγουδούν τη νότια προφορά τους, τους διαλόγους τους à la Pagnol. Όμως η έγνοια για την ευημερία δεν τον εμποδίζει να ζει σε ένα αέναο κίνημα, αυτό ενός δυναμισμού χωρίς αδυναμία, του οποίου οι ώρες της ημέρας ξεφεύγουν από τον ατμό για να ακολουθήσουν τον ρυθμό. Όπως πάντα έλεγε׃ «Δεν χρειάζομαι το ποδόσφαιρο για να ζήσω». Έτσι έχει εντρυφήσει στις πολλές δραστηριότητές του, αυτές που διαχειρίζεται με τον Γιανίκ (Yannick), τον μεγαλύτερο γιο του, που κινητοποιούν την ενέργειά του. Κρασί και ένα διπλό πρόγραμμα κατασκευής εμπορικών χώρων. Η παραγωγή κρασιού είναι ένα είδος πάθους για αυτόν. Λέει με καμάρι׃ «Εδώ αγόρασα το 1997 μια έκταση εννέα εκταρίων με αμπέλια, το «La Dona Tigana», που παράγει ροζέ και λευκό από την Προβηγκία (AOC), με ρυθμό 45 έως 50.000 φιάλες ετησίως». Απόδειξη της ποιότητάς του, το «La Dona Tigana» έλαβε το χρυσό μετάλλιο στον γενικό αγροτικό διαγωνισμό το 2009. Και σύμφωνα με τον ιδιοκτήτη του, το 2010 ήταν η καλύτερη σοδειά του από το 1987. Είπε ο ίδιος׃ «Είναι ένα μικρό αγρόκτημα, δίπλα στο Château Bibian, όπου είχα 25 στρέμματα φυτεμένα, με 185.000 φιάλες ετησίως. Αλλά πούλησα τον Bibian, γιατί πίστευα ότι δεν θα επέστρεφα ποτέ στο Μπορντό».

      Η φάρμα είναι μια πολύ οικογενειακή υπόθεση, με μόλις δύο υπαλλήλους πλήρους απασχόλησης. Ο Ζαν όπως ήταν στα γήπεδα οξυδερκής έτσι είναι και στη ζωή του. Είχε προβλέψει αυτή τη δραστηριότητα από την κατασκευή του σπιτιού του, του οποίου τα κελάρια, σκαμμένα στο βράχο, προστατεύουν τις δεξαμενές. Ρίχνει μια όψη περηφάνιας για όλα αυτά και, ενώ εξετάζει το γαλάζιο του ουρανού, εκτοξεύει: «Φέτος, θα ξεκινήσουμε τον τρύγο στα τέλη Αυγούστου». Η άλλη του ενασχόληση είναι η δραστηριότητα του επενδυτή, του οικοδόμου. Αγόρασε γη στο Σενά (Sénas), κοντά στην Αρλέ (Arles), και στο Ποντέ (Pontet), κοντά στην Αβινιόν (Avignon). Εκεί έχει εγκαταστήσει εμπορικούς χώρους, με ψιλικατζίδικα «Simply Market» να τους ενεργοποιούν. Νοικιάζει ή μεταπωλεί επαγγελματικό χώρο. McDonald’s, Picard και Car Wash στο Pontet όπου είχε αγοράσει και ισοπεδώσει ένα παλιό εργοστάσιο. Εκεί σκοπεύει να αναπτύξει, με κτηματομεσιτικό έργο 2.400 τετραγωνικών μέτρων. Όλα αυτά κινητοποιούν την ενέργειά του. Επίσης, ο πρώην παίκτης της Μαρσέιγ ορμάει από τη μια περιοχή στην άλλη, οδηγώντας το αυτοκίνητό του, που είναι ένα είδος γραφείου, με δύο τηλέφωνα υπερθέρμανσης και… ένα κογιότ για να αποφύγει το ραντάρ! Και ξαφνικά το ποδόσφαιρο επιστρέφει στη ζωή του! Ο πρώην προπονητής της Φούλαμ και «θρύλος» του γαλλικού ποδοσφαίρου επιστρέφει στην τέταρτη ομάδα της Τουλόν, όπου ξεκίνησε το ποδοσφαιρικό του ταξίδι το 1975 ως εργάτης. Μετά από χρόνια ποδοσφαιρικής απουσίας, τώρα, στα 65 του, επιστρέφει στο παιχνίδι ως γενικός διευθυντής. Υπέγραψε συμβόλαιο με την ομάδα που ξεκίνησε. Και αυτό δείχνει πολλά για το ποιος είναι. Όχι μόνο προσπαθεί να επαναφέρει την καριέρα του σε τροχιά, αλλά με αυτήν την αποστολή δείχνει επίσης ένα αίσθημα ευγνωμοσύνης προς την Τουλόν, που ζει πλέον στο τέταρτο επίπεδο της ιεραρχίας του γαλλικού ποδοσφαίρου. Το πιο σπουδαίο είναι ότι σε όποιο ύψη κι αν φτάσει κάποιος, είναι σημαντικό να μην παραμελήσει ποτέ τις ρίζες από όπου άρχισε. Να μην ξεχάσει τους ευεργέτες και να μη λησμονήσει αυτούς που τον ανέδειξαν. Και ο ίδιος δεν ξέχασε τίποτα!

      Αυτός ήταν ο Ζαν Τιγκανά. Ένας φοβερός ποδοσφαιριστής που έπαιζε στο μεσαία γραμμή. Ένας παγκόσμιας κλάσης box-to-box χαφ, που ενώ στις απαρχές της πορείας του δεν έπειθε καν, ότι μπορεί να κάνει καριέρα, εν τούτοις, με «όπλα» τα ψυχικά του αποθέματα, την εξαιρετική τεχνική του κατάρτιση και την έξοχη φυσική κατάσταση, διακρίθηκε για τη διαρκή κίνηση, την ομαδική εργασία, τον ρυθμό και πάνω απ’ όλα για την ακούραστη αντοχή του, έχοντας χαρακτηριστεί ως «ο άνθρωπος με τους 3 πνεύμονες». Μια πραγματική «μηχανή» στο κέντρο του γηπέδου, και που παρά το γεγονός ότι ήταν κυρίως υπεύθυνος για την αμυντική λειτουργία της ομάδας, συχνά αποτολμούσε επιθέσεις για να δημιουργήσει ευκαιρίες σκοραρίσματος στους συμπαίκτες του. Γνωστός για τη μοναδική, πολύχρωμη πλάγια εμφάνιση του, με μια αναπόφευκτη οδοντογλυφίδα σήμα κατατεθέν του στη γωνία των χειλιών, ο Ζαν ήταν ήρωας των θαυμαστών όπου κι αν αγωνίζονταν. Ο Γάλλος πρωθυπουργός Λεόν Μπλουμ (μια τεράστια μορφή) είχε πει׃ «Ελεύθερος άνθρωπος είναι αυτός που προχωράει την σκέψη του ως το τέλος». Ο Ζαν Τιγκανά το έκανε πράξη και με το παραπάνω. Merci beaucoup Jeannot…

Από τον Ευστράτιο Φωτεινό                                                                                                                                                                                                                                                                                    

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here