Ρώμη, η «Αιώνια» πόλη. Πως όμως ιδρύθηκε? Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο Ρωμύλος θεμελίωσε τη Ρώμη στον Παλατίνο Λόφο στις 21 Απριλίου 753 π.Χ. Στη συνέχεια, σκότωσε τον δίδυμο αδελφό του Ρώμο και έγινε ο πρώτος βασιλιάς της. Σύμφωνα με άλλο μύθο, ο ευγενής Αινείας από την Τροία, ο οποίος έφυγε όταν καταστράφηκε (η Τροία) στον Τρωικό πόλεμο, ήταν ιδρυτής της Ρώμης. Αυτή είναι η εκδοχή των Ρωμαίων συγκλητικών όταν η Ρώμη έγινε αυτοκρατορία, επιδιώκοντας τη πολιτική συνέχεια μιας άλλης μεγάλης πόλης. Αρχαιολογικά ευρήματα επιβεβαιώνουν την ύπαρξη οικισμών στην περιοχή ήδη από τον 8ο αιώνα π.Χ. Η Ρώμη ήταν η πρωτεύουσα διαδοχικά στο Ρωμαϊκό Βασίλειο, τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία και τελικά τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Στην ακμή της, η επιρροή της επεκτεινόταν σχεδόν σε όλη την Ευρώπη και τις ακτές της Μεσογείου, ενώ ο πληθυσμός της υπολογίζεται ότι ξεπέρασε το ένα εκατομμύριο. Με τη μετάβαση στον Χριστιανισμό απέκτησε και θρησκευτική σημασία και καθιερώθηκε ως η έδρα της Καθολικής Εκκλησίας. Μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η πόλη παρήκμασε και ο πληθυσμός μειώθηκε αισθητά. Στην περίοδο της Αναγέννησης δεν είχε πια την πολιτική ισχύ του παρελθόντος, γνώρισε όμως πολιτιστική και καλλιτεχνική ανάπτυξη λόγω της παρουσίας του Πάπα. Το 1871 έγινε η πρωτεύουσα της ενοποιημένης Ιταλίας. Τον 20ο αιώνα και ιδιαίτερα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ο πληθυσμός αυξήθηκε σημαντικά και σήμερα η ευρύτερη μητροπολιτική περιοχή έχει πάνω από πέντε εκατομμύρια κατοίκους.

      Με όλη αυτή την σπουδαία και πλούσια ιστορία, δε γινόταν φυσικά να μην έχει και ένα σημείο αναφοράς στον αθλητισμό. Βεβαίως και έχει. Στον χώρο του ποδοσφαίρου έχει δύο μάλιστα. Τη Ρόμα και τη γαλάζια Λάτσιο. Το σημερινό μας αφιέρωμα είναι για έναν παικταρά, που έδωσε τα πάντα για τη Ρόμα. Πριν σας τον παρουσιάσουμε, πάμε πρώτα να δούμε πως έγινε αυτή η ξεχωριστή ομάδα. Η Ρόμα ιδρύθηκε στις 22 Ιουλίου του 1927, από την συγχώνευση τριών ομάδων της Ρώμης, της Ρομάν, της Άλμπα και της Φορτιτούντο. Καθοδηγητής στην ίδρυση της υπήρξε ο δικτάτορας Μπενίτο Μουσολίνι ο οποίος, αν και οπαδός της συμπολίτισσας Λάτσιο, επιθυμούσε για λόγους ανταγωνισμού την ύπαρξη δύο δυνατών ομάδων στη Ρώμη που θα μπορούσαν, επίσης να αντιπαρατεθούν έχοντας περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας στους ισχυρούς συλλόγους του Βορρά. Σε μια περίοδο που το φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας έδινε μεγάλη σημασία στο ποδόσφαιρο. Αρχικά, η Ρόμα χρησιμοποιούσε ως έδρα της το γήπεδο «Τεστάτσιο» (Testaccio) στην ομώνυμη λαϊκή συνοικία νοτίως του κέντρου της πόλης, με συνέπεια στους κόλπους των οπαδών της να συγκεντρωθούν κυρίως άνθρωποι της εργατικής τάξης. Αντίθετα η μεγάλη της αντίπαλος Λάτσιο, αγωνιζόταν στο στάδιο «Ροντινέλα» (Rondinella) της περιοχής Παριόλι (Parioli) στον εύπορο βόρειο τομέα της Ρώμης και ήταν περισσότερο αγαπητή στα συντηρητικά αστικά στρώματα, με μερίδα οπαδών της μέχρι και σήμερα να ανήκει στον ακροδεξιό χώρο. Το έμβλημα της Ρόμα αποτελείται από τη λύκαινα και τα δύο νήπια, τους Ρωμύλο και Ρώμο, που αναπαριστούν τον μύθο της γέννησης της Ρώμης. Τα χρώματα της ομάδας είναι το σκούρο κόκκινο και το χρυσοκίτρινο, δηλαδή τα επίσημα χρώματα της Ρώμης που συμβολίζουν τον Θεό και το αυτοκρατορικό παρελθόν της πόλης. Για τον λόγο αυτό το πιο διαδεδομένο προσωνύμιο της Ρόμα είναι «τζιαλορόσι» (giallorossi), που σημαίνει «κιτρινοκόκκινοι». Ενώ η ομάδα είναι επίσης γνωστή ως «λύκοι» (lupi), από το έμβλημά της και ακόμα ένα τελευταίο προσωνύμιο της είναι «η Μαγική» (la Magica).

      Κάναμε την ιστορική μας αναδρομή γιατί σήμερα, όπως καταλάβατε ταξιδεύουμε στην Ιταλία και κάνουμε στάση στην υπέροχη πρωτεύουσα της. Σε αυτήν την τεράστια ομάδα ένας Γερμανός έγραψε με «χρυσά γράμματα» το όνομα του στην ιστορία του συλλόγου. Ο λόγος για τον Ρούντολφ «Ρούντι» Φέλερ (Rudolf «Rudi» Voller). Ένας κλασικός Γερμανός με μουστάκι μια άλλης εποχής. Τότε που οι παίκτες ξεχώριζαν με την παρουσία τους στο γήπεδο, από τη χώρα προέλευσης τους. Π.χ. οι Ισπανοί τεχνίτες, οι Βραζιλιάνοι «φαντεζί», οι Γερμανοί πειθαρχημένοι, οι Ιταλοί κυνικοί, οι Αργεντινοί με «αλητεία», οι Ουρουγουανοί με «βρωμιά» και δυναμισμό και τέλος οι Άγγλοι με σέντρες και κεφαλιές. Έτσι ήταν τότε οι εθνικές ομάδες. Δυστυχώς τώρα όλα είναι αλλιώς και για μένα εντελώς λάθος. Ο Ρούντι γεννήθηκε στις 13 Απριλίου 1960. Στην περιοχή Χανάου (Hanau). Είναι μια πόλη στο Μάιν Κίνζιγκ Κρέις (Main-Kinzig-Kreis), στην Έσση της Γερμανίας. Βρίσκεται 25 χιλιόμετρα ανατολικά της Φρανκφούρτης, επί του Μάιν και αποτελεί μέρος της Μητροπολιτικής Περιφέρειας Φρανκφούρτης Ρήνου-Μάιν. Από μικρός φαινόταν ότι «κατείχε» την μπάλα. Του κόλλησαν μάλιστα και ένα παρατσούκλι, το οποίο, πραγματικά βρίσκουμε πολύ σπάνια στο χώρο (του ποδοσφαίρου). Ήταν το «Θεία Κάθε» (Tante Käthe) και κάθε Γερμανός ποδοσφαιρόφιλος, που σέβεται τον εαυτό του το γνωρίζει. Του δόθηκε από τον διεθνή συμπαίκτη του Τόμας Μπέρθολντ (Thomas Berthold). Και οι δύο άντρες ήταν από τη Φρανκφούρτη, όπου οι ηλικιωμένες κυρίες με γκρίζα μαλλιά, φορμαρισμένα σε περμανάντ μερικές φορές, αναφέρονταν από τα παιδιά ως «Tante Kathe». Όταν τα αδιαμφισβήτητα σγουρά μαλλιά του άρχισαν να γκριζάρουν, τότε ο φίλος του, του έδωσε το παρατσούκλι, που κόλλησε αμέσως, ειδικά όταν τα γερμανικά μέσα ενημέρωσης το πήραν είδηση.

      Ξεκίνησε την καριέρα του με την τοπική ομάδα, τη Χανάου 1860. Στη συνέχεια έπαιξε για τους Κίκερς Όφενμπαχ ομάδα της δεύτερης κατηγορίας. Με τις καταπληκτικές του εμφανίσεις, τράβηξε το ενδιαφέρον μεγάλων συλλόγων της «Μπουντεσλίγκα». Η τυχερή ήταν η Μόναχο 1860. Τα «λιοντάρια» τότε ήταν μια υπολογίσιμη δύναμη. Με φανατικούς οπαδούς. Όμως δυστυχώς το 1982 μόλις για ένα πόντο υποβιβάστηκαν. Ο Ρούντι όμως, παρέμεινε στα «σαλόνια» της πρώτης κατηγορίας. Φόρεσε τα πράσινα και εντάχτηκε στην ομάδα της Βέρντερ Βρέμης. Εκεί έμεινε για πέντε χρόνια, αγωνιζόμενος σε 137 αγώνες και σκοράροντας 97 γκολ. Έβαζε γκολ με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο. Κέρδισε φυσικά με το σπαθί του (μάλλον με τα γκολ του πιο σωστά) τη συμμετοχή του στην εθνική της Δυτικής Γερμανίας. Μετά από συνεχόμενες  επιτυχημένες σεζόν και ειδικά στην τελευταία, που βγήκε πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος, ξένοι σύλλογοι άρχισαν να ενδιαφέρονται για αυτόν. Το «Καμπιονάτο» που εκείνη την εποχή, ήταν με διαφορά το κορυφαίο πρωτάθλημα του πλανήτη τον κάλεσε. Εκείνος αποδέχτηκε την πρόσκληση. Τελικά το 1987 αποκτήθηκε από την Ρόμα. Όπου έγινε βασικός πυλώνας της ομάδας και κέρδισε το παρατσούκλι «Ο Γερμανός» (er Tedesco) και επίσης «Ο ιπτάμενος Γερμανός» (il Tedesco volante). Οι οπαδοί των Ρωμαίων είχαν μεγάλες προσδοκίες από εκείνον. Και δεν τους διέψευσε. Αφού ήταν ο πρώτος σκόρερ του συλλόγου σε αρκετές περιπτώσεις. Παρέμεινε στο «Ολίμπικο» (Stadio Olimpico) για πέντε χρόνια. Κέρδισε σχεδόν μόνος του το Κύπελλο Ιτάλιας το 1991. Αντίπαλος στον τελικό η σπουδαία αυτά τα χρόνια Σαμπντόρια. Η οποία την επόμενη χρονιά έφτασε στον τελικό του Κυπέλου Πρωταθλητριών. Εκεί όπου έχασε στην παράταση με 1-0 από το σουτ-φάουλ του Κούμαν. Κόντρα σε αυτήν την ομαδάρα, ο Ρούντι στους διπλούς τελικούς που διεξάγονταν τότε, έκανε «μαγικά». Στις 30 Μαΐου στο πρώτο παιχνίδι στην πρωτεύουσα οι γηπεδούχοι επικράτησαν με 3-1. Ο Πελεγκρίνι στο 12’ λεπτό με αυτογκόλ άνοιξε το σκορ. Στο 29’ λεπτό ο Κάτανετς ισοφάρισε για τους φιλοξενούμενους. Στο 35’ λεπτό ο Μπέρθολντ (ναι αυτός που του κόλλησε το παρατσούκλι) έκανε το 2-1 και ο Φέλερ στο 40’ λεπτό διαμόρφωσε το τελικό αποτέλεσμα. Στις 9 Ιουνίου στο «Λουίτζι Φεράρις» (Luigi Ferraris), ο παικταράς με το μουστάκι στο 56’ λεπτό με πέναλτι τελείωσε τα όνειρα για την ανατροπή που είχαν κάνει οι φίλοι της Σαμπντόρια. Το τελικό 1-1 έγινε με αυτογκόλ του Αλνταίρ στο 79’ λεπτό. Ο Φέλερ βγήκε πρώτος σκόρερ στη διοργάνωση με 4 γκολ. Τα δύο τα πέτυχε στους τελικούς! Δυστυχώς την ίδια χρόνια δεν μπόρεσε να πάρει και το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ. Στον διπλό ιταλικό εμφύλιο η Ίντερ του Λόταρ Ματέους επικράτησε. Στο πρώτο παιχνίδι στο Μιλάνο, οι «νερατζούρι» νίκησαν με 2-0. Με σκόρερ τους Ματέους στο 56’ λεπτό και Μπέρτι στο 72’ λεπτό. Στον επαναληπτικό της Ρώμης οι Ρωμαίοι πήραν τη νίκη αλλά με 1-0. Με γκολ του Ριτσιτέλι στο 83’ λεπτό. Όμως αυτό δεν έφτανε.

       Έκανε 143 συμμετοχές στο πρωτάθλημα και σημείωσε 45 γκολ πρωταθλήματος για τη Ρόμα. Συνολικά έπαιξε 198 φορές με τους «τζιαλορόσι», σκοράροντας 68 γκολ. Είναι στη 13η θέση στη λίστα με τους κορυφαίους σκόρερ όλων των εποχών του συλλόγου. Μάλιστα είναι ο τρίτος ξένος παίκτης της ομάδας, με τα περισσότερα τέρματα, πίσω από τον Άμπελ Μπάλμπο και τον Πέδρο Μανφρεντίνι (ο γεννημένος στη Βραζιλία Ντίνο Ντα Κόστα έπαιξε διεθνές ποδόσφαιρο για την Ιταλία). Το 2014 έγινε για πάντα «αθάνατος». Αφού εισήχθη στο «Hall of Fame» της Ρόμα. Το φοβερό είναι ότι δε φαινόταν πάντα, ότι θα είχε τέτοια επιτυχία στη χώρα της μόδας. Είχε σοβαρούς τραυματισμούς, και κατάφερε να πετύχει μόλις τρία γκολ στην πρώτη του σεζόν. Ενώ μέχρι τα Χριστούγεννα της δεύτερης είχε προσθέσει μόνο ένα!! Κάποτε ο Ντέιβιντ Μπλάι είχε πει το εξής׃ «Το να προσπαθείτε να πετύχετε χωρίς σκληρή δουλειά, είναι σαν να προσπαθείτε να θερίσετε κάτι που δεν έχετε σπείρει». Του ταίριαζε απόλυτα. Αφού ως κλασικός Γερμανός δεν το έβαλε κάτω και η εργασιακή του ηθική σύντομα άρχισε να αποδίδει γκολ. Τόσο πολύ που οι οπαδοί της «Curva Sud» φώναξαν ένα άσμα «Fly, German, Fly!» (πέτα Γερμανέ, πέτα), για να αναγνωρίσουν την προσπάθεια που κατέβαλε «ο ιπτάμενος Γερμανός»  (il Tedesco volante).

      Μετά από πέντε χρόνια οι δρόμοι τους χώρισαν. Το 1992, η Ρόμα αποφάσισε να πουλήσει τον Ρούντι στη Μασσαλία, όπου προοριζόταν ως αντικαταστάτης του σούπερ σταρ επιθετικού Ζαν Πιέρ Παπέν. Αυτό επέτρεψε επίσης στη Ρόμα να προσθέσει τον Κλαούντιο Κανίγια ως τρίτο ξένο στην ομάδα (τότε οι ομάδες είχαν περιορισμό στους ξένους παίκτες). Έτσι και οι δύο πλευρές ήταν μέσα στη χαρά που η συμφωνία ολοκληρώθηκε. Στη Μαρσέιγ πήρε τη μεγαλύτερη διάκριση του σε σύλλογο. Μόλις στην πρώτη του χρονιά τη σεζόν 1992-93. Και αυτό γιατί η γαλλική ομάδα κατέκτησε το «Τσάμπιονς Λιγκ». Σε έναν μεγάλο τελικό, στις 26 Μαΐου του 1993, στο «Ολυμπιακό στάδιο» του Μονάχου (Olympiastadion) παρουσίας 64.400 θεατών, με διαιτητή τον Ελβετό Κουρ Ρετλισμπέργκερ, επικράτησαν με 1-0 απέναντι στην τεράστια τότε Μίλαν.  Οι «ροσονέρι» είχαν παικταράδες πραγματικά. Σεμπαστιάνο Ρόσι, Μάουρο Τασότι, Αλεσάντρο Κοστακούρτα, Φράνκο Μπαρέζι, Πάολο Μαλντίνι, Τζιανλουίτζι Λεντίνι, Ντεμέτριο Αλμπερτίνι, Φρανκ Ράικαρντ, Ρομπέρτο Νταναντόνι, Μάρκο Βαν Μπάστεν, Ντανιέλε Μασάρο. Αυτή ήταν η ενδεκάδα του τελικού και προπονητής ήταν ο Φάμπιο Καπέλο! Όχι ότι η Μαρσέιγ δεν είχε και αυτή μεγάλες προσωπικότητες. Η δική της ενδεκάδα ήταν αντίστοιχα. Φαμπιάν Μπαρτέζ, Ζοσλέν Ανγκλομά, Μπαζίλ Μπολί, Μαρσέλ Ντεσαγί, Ερίκ Ντι Μεκό, Φρανκ Σωζέ, Ζαν-Ζακ Εϊντελί, Ντιντιέ Ντεσάμπ, Άλεν Μπόκσιτς, Ρούντι Φέλερ, Αμπεντί Πελέ. Προπονητής ήταν ο Βέλγος Ρεϊμόν Γκετάλ. Όπως μπορείτε να καταλάβετε μπορεί η Μαρσέιγ με πρόεδρο τον Μπερνάρ Ταπί να «σάρωνε» τα πάντα εκείνη την εποχή στη Γαλλία, αλλά υπήρχε διαφορά επιπέδου σε σχέση με τους Μιλανέζους. Και όμως η κεφαλιά του Μπολί στο 43’ λεπτό από κόρνερ του Αμπεντί Πελέ έκρινε τον αγώνα. Φυσικά και οι αποκρούσεις του Μπαρτέζ! Σαν τώρα θυμάμαι στα 10 μου χρόνια τη φωνή του Μανώλη Μαυρομάτη στην περιγραφή! Μεγάλη στιγμή, όταν ο αείμνηστος πρόεδρος της ΟΥΕΦΑ, Λέναρντ Γιόχανσον έδινε το Κύπελλο Πρωταθλητριών, στα χέρια του αρχηγού Ντιντιέ Ντεσάμπ. Και μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, ο Ρούντι με το χαρακτηριστικό μουστάκι γελούσε! Στη συνέχεια, ο πρόεδρος της (Ταπί) πιάστηκε σε σκάνδαλο δωροδοκίας. Είχε βουίξει όλος ο ποδοσφαιρικός και όχι μόνο πλανήτης. Περιοδικά, εφημερίδες, δελτία ειδήσεων. Ευτυχώς που εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν τα «social media» (προσωπική μου γνώμη μακάρι να μην υπήρχαν καθόλου) γιατί θα γινόταν χαμός. Η ομάδα δυστυχώς την πλήρωσε. Της αφαιρέθηκε ο τίτλος του πρωταθλήματος το 1993 και υποβιβάστηκε παρά τη δεύτερη θέση το 1994. Ευτυχώς δεν της αφαιρέθηκε ο τίτλος του «Τσάμπιονς Λιγκ» που με τόσο κόπο είχαν κατακτήσει οι παίκτες. Μέχρι σήμερα παραμένει η μοναδική ομάδα από τη Γαλλία με αυτό το τρόπαιο. Όσο και αν προσπαθεί η Παρί Σεν Ζερμαίν. Ο Φέλερ συνέχισε να κάνει άριστα τη δουλειά του. Σημείωσε 24 γκολ πρωταθλήματος για τον σύλλογο, αλλά έφυγε μετά. Επιστρέφοντας στη Γερμανία, εντάχθηκε στην Μπάγερ Λεβερκούζεν το 1994, όπου έκλεισε την καριέρα του ως παίκτης το 1996 και ξεκίνησε αμέσως δουλειά στη διοίκηση του συλλόγου. Ένα πολύ ιδιαίτερο στοιχείο είναι το γεγονός, ότι παρότι Γερμανός και παρόλο που αγωνίστηκε σε τέσσερις ομάδες στην πατρίδα του, τα περισσότερα παιχνίδια πρωταθλήματος τα έκανε με τη Ρόμα! Συνολικά κατά τη διάρκεια της καριέρας του σημείωσε 374 τέρματα σε 782 επίσημους αγώνες.

      Ο Ρούντι Φέλερ δεν έκανε καριέρα μόνο σε συλλόγους. Τα «χρυσά» χρόνια στα γήπεδα τα πέρασε με την εθνική Γερμανίας. Όταν φορούσε την τιμημένη φανέλα των «πάντσερ» ειλικρινά «πετούσε». Ξεκίνησε όπως κάθε νέος παίκτης με την εθνική Γερμανίας U21. Εκεί σε 19 συμμετοχές έβαλε 10 γκολ. Με τη Δυτική Γερμανίας Β’ είχε μόλις 3 συμμετοχές χωρίς κανένα γκολ. Έκανε τρεις εμφανίσεις μόνο γιατί φόρεσε την αντρική φανέλα. Το ντεμπούτο του με την «νασιοναλμανσάφτ» έγινε το 1982. Αγωνίστηκε σε τρία Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα, ξεκινώντας από το Euro του 1984 στη Γαλλία. Εκεί σκόραρε δύο φορές κόντρα στη Ρουμανία στον όμιλο. Οι Γερμανοί με αυτά τα δύο γκολ επικράτησαν με 2-1. Η ήττα όμως στο τελευταίο ματς του ομίλου από την Ισπανία αποδείχτηκε «μοιραία». Οι Ισπανοί με γκολ του Μασέδα στο 90’ λεπτό νικούν και παίρνουν την πρόκριση, αντί των Γερμανών. Το ακόμα πιο τρομερό για τους παίκτες της Δυτική Γερμανία ήταν ακόμα και με ισοπαλία περνούσαν εκείνοι. Μάλιστα οι Ισπανοί κατάφεραν να φτάσουν ως τον τελικό της διοργάνωσης. Εκεί όμως ο Πλατινί στο 57’ λεπτό με το φάουλ που εκτέλεσε και το λάθος του Αρκονάδα, άνοιξε το σκορ και τους έκοψε το όνειρο στο τελικό 2-0. Ο Ρούντι συνέχισε τις τρομερές εμφανίσεις και ήταν μέσα σε κάθε αποστολή. Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986 στο Μεξικό, σημείωσε την ισοφάριση των Δυτικογερμανών στη νίκη με 2-1 επί της Σκωτίας στη φάση των ομίλων. Στον ημιτελικό βρίσκει απέναντι του τη Γαλλία. Οι «Τεύτονες» προηγήθηκαν στο 9’ λεπτό μετά από σουτ του Αντρέας Μπρέμε, το οποίο σχεδόν «έπνιξε» ο ήρωας του ματς με τη Βραζιλία, Ζοέλ Μπατς. Σε ένα μέτριο παιχνίδι, οι Γάλλοι πίεσαν, έχασαν μεγάλες ευκαιρίες με τους Μποσίς και Στοπιρά και στο 89’ λεπτό, όταν είχαν ανέβει όλοι μπροστά, οι Γερμανοί έβγαλαν μια αντεπίθεση, με τον Ρούντι Φέλερ να υπογράφει το τελικό 2-0. Δεν έμεινε όμως μόνο εκεί. Στον τελικό απέναντι στην Αργεντινή του «Θεού» Ντιέγκο Μαραντόνα το γκολ του στο 80’ λεπτό έκανε το 2-2. Η Γερμανία είχε ανακάμψει από το 2-0, αλλά τελικά με την ασίστ του Ντιέγκο στον Μπουρουσάγκα στο 83’ λεπτό έχασε τον αγώνα με 3-2. Ο Φέλερ έγινε ο τρίτος παίκτης που σκόραρε ως αλλαγή στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου, μετά τον Ντικ Νανινγκά (Dick Nanninga) το 1978 και τον Αλεσάντρο Αλτομπέλι (Alessandro Altobelli) το 1982. Η Δυτική Γερμανία φιλοξένησε το Euro του 1988 και ο ίδιος συνέχισε να σκοράρει σε μεγάλους αγώνες. Με δύο δικά του γκολ στο 29’ λεπτό και στο 51’ λεπτό οι Γερμανοί νίκησαν την Ισπανία. Και εκεί που όλοι πίστευαν ότι θα κατακτήσουν το τρόπαιο μέσα στη χώρα τους στον ημιτελικό ήρθε το σοκ. Στις 21 Μαΐου στο Αμβούργο ο Λόταρ Ματέους με πέναλτι στο 55’ λεπτό ανοίγει το σκορ και τον δρόμο για τον τελικό. Όμως ο Ρόναλντ Κούμαν στο 74’ λεπτό ισοφαρίζει και εκείνος με πέναλτι και στο 88’ λεπτό ο Μάρκο Βαν Μπάστεν σοκάρει όλο το γερμανικό έθνος. Η συνέχεια είναι γνωστή με την Ολλανδία να κατακτάει το τρόπαιο απέναντι στη Σοβιετική Ένωση με 2-0 με τον υπέροχο Μάρκο να πετυχαίνει το καλύτερο γκολ όλων των εποχών σε Euro.

      Όλα τα άσχημα όμως κάποτε τελειώνουν. Και έρχεται πια η ώρα της δόξας και της «αθανασίας». Επιτέλους η Δυτική Γερμανία με προπονητή τον Φραντς Μπεκενμπάουερ κέρδισε ξανά έναν τίτλο. Τον μεγαλύτερο μάλιστα. Στο Μουντιάλ της Ιταλίας το 1990 τα κατάφερε. Και μάλιστα ήταν πολύ γλυκό αφού «εκδικήθηκε» δύο φορές. Η πρώτη, που πήρε τη ρεβάνς, ήταν η Ολλανδία σε ένα παιχνίδι που έγινε χαμός. Και η δεύτερη ήταν η Αργεντινή του Ντιέγκο Μαραντόνα ξανά στον τελικό. Ο Ρούντι εννοείται πως ήταν σε άλλη μια διοργάνωση από τους πρωταγωνιστές. Σκόραρε τρεις φορές στο τουρνουά. Ξεκίνησε με ένα γκολ στη νίκη με 4-1 επί της Γιουγκοσλαβίας, και στη συνέχεια βρήκε δίχτυα δύο φορές εναντίον των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων στην εύκολη νίκη με 5-1. Αφού πέρασαν εύκολα τον όμιλο τα «πάντσερ» βρήκαν στη νοκ-άουτ φάση των 16 έναν γνωστό γνώριμο. Την Ολλανδία. Είχε έρθει η ώρα για τη ρεβάνς. Εκεί όμως έγιναν φοβερές σκηνές. Κατά τη διάρκεια του αγώνα, ο Φέλερ και ο Ολλανδός ποδοσφαιριστής Φρανκ Ράικαρντ αποβλήθηκαν από το γήπεδο. Και αυτό επειδή ο Ολλανδός έφτυσε τον Ρούντι δύο φορές!! Ένα σκηνικό το οποίο έγραψε τη δική του ιστορία στα Παγκόσμια Κύπελλα.

      Να κάνουμε εδώ όμως μια μικρή στάση για κάνουμε μια μικρή αναδρομή στο παρελθόν και στην κόντρα μεταξύ των δύο χωρών. Οι σχέσεις τους σε ποδοσφαιρικό επίπεδο ήταν οι χειρότερες δυνατές. Με το πρώτο λιθαράκι για την αντιπαλότητά τους να μπαίνει το 1974, όταν τα «πάντσερ» νίκησαν τους «οράνιε» με 2-1 στον τελικό του Μονάχου. Θα ακολουθούσε η συνάντησή τους στο Euro του 1980, όπου η ένταση ήταν μεγάλη, για να ακολουθήσει το ραντεβού τους στον ημιτελικό του Euro του 1988. Εκείνη την ημέρα οι Ολλανδοί θα έπαιρναν την εκδίκησή τους για το 1974, με τον Μάρκο Βαν Μπάστεν να τους οδηγεί στη νίκη επί των γηπεδούχων Γερμανών με 2-1 στον ημιτελικό όπως αναφέραμε παραπάνω. Ένα παιχνίδι, στο οποίο μπήκαν οι βάσεις για αυτό που θα ακολουθούσε δύο χρόνια μετά. Μετά τη λήξη του ημιτελικού, στο Αμβούργο, ο Ρόναλντ Κούμαν θα ανταλλάξει φανέλες με τον Όλαφ Τον. Όταν πήρε στα χέρια του αυτή του Γερμανού (τη φανέλα), έκανε τη χαρακτηριστική κίνηση σαν να… σκουπίζει τα οπίσθια του με αυτή. Κίνηση που δε γινόταν, φυσικά, να περάσει απαρατήρητη από τους Γερμανούς, οι οποίοι περίμεναν υπομονετικά την ώρα της εκδίκησης. Και αυτή η ώρα ήρθε στον αγώνα της φάσης των «16» του Μουντιάλ 1990 στο Σαν Σίρο, στο Μιλάνο. Στις 24 Ιουνίου του 1990, λοιπόν, η σκηνή ήταν έτοιμη για την αναμέτρηση της ομάδας που έμοιαζε με πρώτο φαβορί για το Μουντιάλ, με την ομάδα που ήταν η πρωταθλήτρια Ευρώπης. Μια μάχη, στην οποία οι πρώτες «απώλειες» δεν άργησαν να έρθουν…  Στο 21’ λεπτό ο Ράικαρντ κάνει ένα σκληρό μαρκάρισμα στον Κλίνσμαν, ο Φέλερ είναι εκεί κοντά και τελικά οι δυο τους θα… ανταλλάξουν φιλοφρονήσεις. Τελικά θα δουν την κίτρινη κάρτα από τον Αργεντινό διαιτητή Χουάν Κάρλος Λουστάου. Το σκηνικό, όμως, δεν τελείωσε εκεί. Ο Ράικαρντ, ο οποίος είναι σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση λόγω προβλημάτων με τη σύζυγό του, εκνευρίζεται με το παραμικρό.

      Έτσι, ένα λεπτό μετά, θα πάει ξανά προς τον Φέλερ, τον οποίο τελικά αποφασίζει να φτύσει στα μαλλιά!! Ο Γερμανός το αντιλαμβάνεται αμέσως και το λέει στον διαιτητή, αυτός δεν καταλαβαίνει τι γίνεται και τελικά για να ξεμπερδεύει μία και καλή με αμφότερους θα τους δείξει κόκκινη κάρτα! Ο Ράικαρντ, μετά την αποβολή, θα φτύσει ξανά τον Φέλερ, ο οποίος τον ακολουθεί αποφασισμένος να παίξει ξύλο μαζί του στα αποδυτήρια. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες της εποχής, τελικά κάτι τέτοιο δεν έγινε. Έγινε κάτι άλλο όμως μετά από χρόνια. Συμφιλιώθηκαν. Πως θα αναρωτιέστε και δικαίως. Μέσω μιας εταιρείας γαλακτοκομικών, η οποία θα τους πείσει να γυρίσουν μια διαφήμιση για βούτυρο. Με σύνθημα׃ «Όλα καλύτερα στο βούτυρο». Και αυτό δεν ήταν τυχαίο, αφού αυτό που ήθελε να δείξει η εταιρεία ήταν ότι οι σχέσεις τους μαλάκωσαν ξανά σαν το βούτυρο, τα βρήκαν, δεν υπάρχει πλέον κόντρα ανάμεσά τους. Όσο για τα λεφτά που συμφώνησαν να πάρουν για τη διαφήμιση? Τα έδωσαν σε φιλανθρωπικό ίδρυμα, θέλοντας έτσι να κάνουν την καλή τους πράξη, αφήνοντας στο παρελθόν την κακή του Μουντιάλ 1990. Παρά το γεγονός ότι έκανε ελάχιστα λάθη στον αγωνιστικό χώρο και ήταν ένας παίκτης που δεν προκαλούσε την πάτησε στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άδικη αποβολή. Υπάρχουν δύο γνωμικά από σπουδαίους ανθρώπους που ταιριάζουν γάντι σε αυτό που έκανε ο Ρούντι Φέλερ. Ο Ιρλανδός συγγραφέας και κληρικός  (1713-1768) Λόρενς Στερν (Laurence Sterne) είχε πει׃ «Μόνο οι γενναίοι ξέρουν να συγχωρούν. Ένας δειλός δεν συγχωρεί ποτέ. Δεν είναι στη φύση του». Αντίστοιχα ο Ινδός στοχαστής και ακτιβιστής  (1869-1948) Μαχάτμα Γκάντι είπε׃ «Η ικανότητα να συγχωρείς είναι προσόν του δυνατού. Οι αδύναμοι ποτέ δεν συγχωρούν». Και ο Ρούντι μόνος δειλός και αδύναμος δεν ήταν. Το να συγχωρείς και να ξεχνάς σε κάνει πραγματικά τεράστιο. Ο Ράικαρντ χρόνια αργότερα δήλωσε ότι ήταν λάθος του:  «Εκείνη την ημέρα έκανα λάθος. Δεν υπήρχε προσβολή. Πάντα είχα πολύ σεβασμό για τον Ρούντι Φέλερ. Αλλά τρελάθηκα όταν είδα εκείνη την κόκκινη κάρτα. Μίλησα μαζί του μετά τον αγώνα και ζήτησα συγγνώμη. Είμαι πολύ χαρούμενος που τη δέχτηκε. Δεν έχω κανένα κακό προαίσθημα για αυτόν τώρα. Ποζάραμε ακόμη και για μια πολύ αστεία διαφήμιση μαζί, χρόνια μετά».

      Επιστρέφουμε στο Μουντιάλ και πάμε στον ημιτελικό με την Αγγλία. Ίσως την καλύτερη εθνική Αγγλίας όλων των εποχών. Με προπονητή τον Σερ Μπόμπι Ρόμπσον και φοβερούς παίκτες. Πολ Γκασκόιν, Ντέιβιντ Πλατ, Γκάρι Λίνεκερ, Πίτερ Μπέρντσλεϊ, Στιούαρτ Πιρς, Κρις Γουόντλ, Πίτερ Σίλτον και άλλοι. Αν μια ομάδα άξιζε να περάσει αυτή ήταν η φανέλα με «τα τρία λιοντάρια» αλλά οι Γερμανοί τελικά πήραν το εισιτήριο. Ο Αντρέας Μπρέμε στο 60’ λεπτό με φάουλ που κόντραρε έκανε το 1-0. Στο 80’ λεπτό ο Γκάρι Λίνεκερ ισοφάρισε. Στην παράταση η Αγγλία σκόραρε με τον Πλατ στο 116’ λεπτό αλλά ακυρώθηκε ως οφσάιντ. Έτσι φτάσαμε στα πέναλτι. Τα έξι πρώτα ήταν εύστοχα και από τις δύο ομάδες. Στη συνέχεια όμως «μίλησε» ο Μπόντο Ίλγκνερ. Αποκρούει το τέταρτο του Πιρς, ενώ το πέμπτο του Γουόντλ πάει απελπιστικά άουτ. Σε αυτό το μεγάλο παιχνίδι ο Ρούντι τραυματίστηκε και αντικαταστάθηκε από τον Καρλ Χάιντς Ρίντλε. Όμως δε γινόταν να χάσει τον τελικό. Ξεκίνησε ως βασικός, βοήθησε όσο δεν πάει και σήκωσε το τρόπαιο. Το πρώτο ημίχρονο έληξε χωρίς σκορ ενώ στα μισά του δευτέρου ημιχρόνου στο 64’ λεπτό συγκεκριμένα, ο Μονζόν αποβλήθηκε για μαρκάρισμα στον Κλίνσμαν. Ήταν η πρώτη φορά που αποβλήθηκε παίκτης σε τελικό. Το γκολ που έκρινε τον αγώνα το πέτυχε ο Μπρέμε στο 85’ λεπτό με πέναλτι. Ο Μεξικανός διαιτητής Εντγκάντο Κοντέσαλ Μέντες είδε ανατροπή του Φέλερ από τον Σενσίνι. Μια αμφιλεγόμενη στην καλύτερη περίπτωση απόφαση. Στο 87′ αποβλήθηκε και ο Ντεσότι για διαμαρτυρίες. Οι δύο κόκκινες κάρτες που δέχτηκαν οι ποδοσφαιριστές της «Αλμπισελέστε», το γκολ του Μπρέμε και το κλάμα με λυγμούς του Ντιέγκο ήταν τα μόνα που άξιζαν από έναν κάκιστο σε θέαμα τελικό Μουντιάλ. Ο «ιπτάμενος Γερμανός» σήκωσε το Παγκόσμιο Κύπελλο στο «Ολίμπικο» (Stadio Olimpico) λέγοντας αργότερα׃ «Ήταν σαν ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα να κερδίσω το τρόπαιο με την εθνική στο γήπεδο που έπαιζα ποδόσφαιρο με τη Ρόμα». Ήταν και στο Euro του 1992 αλλά στάθηκε άτυχος και έχασε τη συνέχεια της διοργάνωσης, όταν υπέστη τραυματισμό στο εναρκτήριο παιχνίδι με την Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών CIS (η πρώην Σοβιετική Ένωση). Αν δεν τραυματίζονταν, ίσως να μην το έπαιρνε η Δανία αλλά η Γερμανία με εκείνον στην αρχική της σύνθεση. Και αντί για το ασημένιο μετάλλιο που φόρεσε να είχε το χρυσό. Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994, ήταν στην αποστολή αλλά εκτός αρχικής ενδεκάδας και στα τρία παιχνίδια του ομίλου. Τη θέση του στην επίθεση είχε πάρει ο Καρλ Χάιντς Ρίντλε μαζί φυσικά με τον Γιούργκεν Κλίσμαν. Στη νοκ-άουτ φάση των 16 όμως έκανε τη διαφορά. Η Γερμανία νίκησε το Βέλγιο 3-2 με δύο δικά του γκολ. Στα προημιτελικά όμως, η μεγάλη έκπληξη Βουλγαρία του Στόιτσκοφ και του Λέτσκοφ επικράτησε με 2-1. Εκεί τελείωσε και από την εθνική ομάδα. Συνολικά είχε 90 συμμετοχές, σκοράροντας 47 γκολ με το εθνόσημο, και αποτελεί τον τέταρτο σκόρερ της εθνικής Γερμανίας. Τα οκτώ από αυτά τα πέτυχε σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου.

      Κατέκτησε το Κύπελλο Ιταλίας το 1991, το «Τσάμπιονς Λιγκ» με τη Μαρσέιγ το 1993 και φυσικά το Μουντιάλ με τη Δυτική Γερμανία το 1990. Σε ατομικό επίπεδο βγήκε ο καλύτερος παίκτης της ΟΥΕΦΑ στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα ποδοσφαίρου U21 το 1982, ήταν ο κορυφαίος σκόρερ της «Μπουντεσλίγκα» δύο συνεχόμενες φορές, το 1982 και το 1983, ήταν στην κορυφαία ενδεκάδα της χρονιάς από το περιοδικό «Kicker» το 1983, το 1984, το 1985 και το 1995. Ψηφίστηκε ο ποδοσφαιριστής της χρονιάς στη Γερμανία το 1983, ήταν στην κορυφαία ενδεκάδα της ΟΥΕΦΑ στο Euro του 1984, ήταν ο Κορυφαίος σκόρερ του Κυπέλλου UEFA το 1991 και τέλος από το 2014 είναι μέλος στο «Hall of Fame» της Ρόμα. Όμως ο Ρούντι παρότι πέτυχε όλα αυτά τα σπουδαία, συνεχίζει ακάθεκτος μέχρι σήμερα στο χώρο του ποδοσφαίρου. Με το που «κρέμασε» το 1996 τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια, την επόμενη μέρα φόρεσε το κοστούμι του αθλητικού διευθυντή της Μπάγερ Λεβερκούζεν. Μέχρι το 2000 ήταν αυτός ο ρόλος του. Και ξαφνικά, όλα έρχονται μαζεμένα, στη σύντομη και χωρίς καθόλου εμπειρία προπονητική ζωή του. Ο Ρούντι αναλαμβάνει προπονητής της εθνικής Γερμανίας! Να σας πούμε πως έγινε η απίστευτη αυτή ιστορία. Η γερμανική ομοσπονδία ήθελε το 2000, και μετά από ένα καταστροφικό Euro που η Γερμανία με προπονητή τον Έρικ Ρίμπεκ (Erich Ribbeck) πάτωσε στην κυριολεξία να βρει έναν τεχνικό που θα την αναγεννήσει. Εκείνη την περίοδο ιδανικός φάνταζε ο Κριστόφ Ντάουμ, που ήταν προπονητής της Μπάγερ Λεβερκούζεν. Όμως ο Ντάουμ είχε ακόμα ένα χρόνο συμβόλαιό του με τον σύλλογο. Ο Φέλερ, που ήταν αθλητικός διευθυντής της ομάδας όπως αναφέραμε διορίστηκε ως ο προπονητής της εθνικής!! Και αυτό έγινε, γιατί ήταν ο άνθρωπος που γνώριζε τις μεθόδους και την φιλοσοφία του Κριστόφ. Έτσι για ένα χρόνο μέχρι να τελειώσει το συμβόλαιο του Ντάουμ με τον σύλλογο και να αναλάμβανε την εθνική θα έκανε αυτός τη δουλειά. Όμως εδώ ταιριάζει άλλη μια παροιμία «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού». Όπως αποδείχθηκε, ο Ντάουμ δεν θα έπαιρνε ποτέ τη δουλειά λόγω προβλημάτων με τη χρήση ναρκωτικών και με αυτό τον τρόπο ο Ρούντι κατέληξε να παραμείνει στον ρόλο του. Παρά την ιστορική ήττα με 5-1 από την Αγγλία εντός έδρας, και τις δύο απογοητευτικές ισοπαλίες με τη Φινλανδία, κατά τη διάρκεια των προκριματικών, κατάφερε να οδηγήσει την ομάδα που δεν είχε ούτε το ταλέντο, αλλά ούτε και τις μεγάλες προσωπικότητες του ένδοξου παρελθόντος, στα τελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2002 που διεξήχθη στην Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα. Και όχι μόνο εκεί αλλά την έφτασε ως τον τελικό με μπροστάρη τον Μπάλακ και ειδικά τον Καν. Εκεί ο Ρονάλντο με δύο γκολ καθάρισε για τη Βραζιλία, που από τότε περιμένει το τρόπαιο να ξαναγυρίσει στην Κόπα Καμπάνα.

     Φυσικά δεν μπορούσε αυτή η τεράστια μορφή να μην πετύχει ακόμα ένα ρεκόρ και ως προπονητής. Μαζί με τους Μάριο Ζαγκάλο, Φραντς Μπεκενμπάουερ και Ντιντιέ Ντεσάμπ, ο Φέλερ έχει τη διάκριση, ότι έφτασε στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου, τόσο ως παίκτης όσο και ως προπονητής. Έκανε εκπληκτική δουλειά και βοήθησε πολύ τα «πάντσερ» να ξαναβρούν το δρόμο τους. Το Euro του 2004 (μαγικό για την Ελλάδα, μην ξεχνιόμαστε) ήταν η τελευταία φορά που κάθισε στον γερμανικό πάγκο. Μετά τον αποκλεισμό στη φάση των ομίλων παραιτήθηκε. Επέστρεψε για λίγο στη Ρόμα ως προπονητής. Προσλήφθηκε στα τέλη Αυγούστου την τελευταία στιγμή μετά την παραίτηση-σοκ του Τσέζαρε Πραντέλι. Υπέγραψε μονοετές αλλά μετά από ένα μήνα έφυγε. Τα άσχημα αποτελέσματα και οι τσακωμοί με τους παίκτες, κυρίως τον Αντόνιο Κασάνο έδωσαν το τέλος. Μια θετική, όμορφη και αξιομνημόνευτη στιγμή για τον ίδιο ήταν πάλι εκεί στη Ρώμη. Ο Ρούντι και άλλα μέλη της οργανωτικής επιτροπής της Γερμανίας για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006 είχαν ένα σύντομο ακροατήριο με τον Πάπα, ο οποίος ευλόγησε το επικείμενο τουρνουά!!

      Ο Ρούντι Φέλερ ήταν (και εξακολουθεί να είναι) πολύ δημοφιλής στη Γερμανία. Ακόμη και όταν η εθνική ομάδα πέτυχε μόνο μέτρια αποτελέσματα, δεν έχασε ποτέ τη δημοτικότητά του καθώς το γερμανικό κοινό γνώριζε ότι πέτυχε όσο το δυνατόν περισσότερα με μια σχετικά περιορισμένη ομάδα. Ο προκάτοχός του Μπέρτι Φογκς, αντίθετα, δέχτηκε ευρέως κριτική, ακόμη και σε περιόδους επιτυχίας με μια πολύ πιο ταλαντούχα γερμανική ομάδα. Το κοινό τον συγχώρεσε, ακόμη και όταν κατά τη διάρκεια μιας τηλεοπτικής του συνέντευξης, μετά την ισοπαλία με 0-0 εναντίον της Ισλανδίας τον Σεπτέμβριο του 2003, έχασε την ψυχραιμία του και φώναξε στον παρουσιαστή Βάλτερμαν Χάρτμαν (Waldemar Hartmann) για να υπερασπιστεί την ομάδα του ενάντια, όπως νόμιζε, στις άδικες δηλώσεις του συγκεκριμένου ανθρώπου. Από το 2005 έως το 2022 ήταν σε διάφορες θέσεις στη Μπάγερ Λεβερκούζεν. Από την 1η Φεβρουαρίου του 2023, είναι ο τεχνικός διευθυντής της Εθνική Γερμανίας. Που είμαι σίγουρος ότι θα την οδηγήσει ξανά σε επιτυχίες. Εννοείται πως υπάρχει και στους «θρύλους» του αθλήματος στα διάσημα βιντεοπαιχνίδια fifa και pro. Στην προσωπική του ζωή έχει δύο παιδιά από πρώην σχέση με μια Γερμανίδα. Αργότερα, το 1995, παντρεύτηκε τη Σαμπρίνα, μια ντόπια γυναίκα από τη Ρώμη κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ιταλία, υιοθετώντας την κόρη της από προηγούμενη σχέση και έχοντας έναν ακόμη γιο μαζί της. Τα παιδιά του είναι ο Μάρκο που είναι επαγγελματίας μπασκετμπολίστας, ο Κέβιν, η Γκρέτα και ο Μπράϊαν. Φυσικά έχει γράψει και βιβλίο με την ποδοσφαιρική του ζωή που παρουσίασε στη γενέτειρα του. Το Χανάου η πόλη που γεννήθηκε τον τίμησε και τον έχει καμάρι. Στην αλλαγή της χιλιετίας το αθλητικό συγκρότημα της πόλης μετονομάστηκε σε Φέλερ (Voller). Χιλιάδες χρόνια πριν οι Λατίνοι έλεγαν׃ «Amat victoria curam» (Η νίκη αγαπά την προετοιμασία). Το εφάρμοσε όσο κανένας άλλος στην πράξη. Αυτός ήταν και είναι ο τεράστιος «ιπτάμενος Γερμανός» Ρούντι Φέλερ. Ένας αληθινός κύριος στο βρώμικο χώρο του ποδοσφαίρου. Ένας άνθρωπος που έζησε μια παραμυθένια ζωή. Και φυσικά δε θα μπορούσε να συμβεί αλλιώς, όταν από το ίδιο μέρος που γεννήθηκε εκείνος, δύο αιώνες και κάτι πριν είχαν γεννηθεί και μεγαλουργήσει στον χώρο των παραμυθιών οι αδερφοί Γκριμ…

 

Από τον Ευστράτιο Φωτεινό                                                                                                                                                                                                                                                                                    

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here