Μπάγερν Μονάχου. Μία από τις πέντε μεγαλύτερες ομάδες της Ευρώπης. Η «αιώνια» πρωταθλήτρια τα τελευταία χρόνια στη Γερμανία, με τα μεγαλύτερα «αστέρια» της χώρας, να θέλουν να φορέσουν τη φανέλα της. Τόσα χρόνια σπουδαίοι επιθετικοί έχουν τιμήσει την κόκκινη Βαυαρική «μηχανή». Από τον τεράστιο Μίλερ μέχρι στις μέρες μας με τον Λεβαντόφσκι. Μέσα σε όλο αυτό τον «γαλαξία» αστέρων όλες αυτές τις δεκαετίες, υπάρχει και ένα που ήρθε από την άλλη άκρη του κόσμου. Από τη Βραζιλία. Ο λόγος για τον απίστευτο Τζιοβάνι Έλμπερ. Το παράδοξο είναι ότι το όνομα του είναι αντίστροφα. Το Έλμπερ είναι το μικρό του και το «Τζιοβάνε» το παρατσούκλι, που του είχε κολλήσει η θεία του, για να τον φωνάζει «ο μικρός Έλμπερ».

Γεννήθηκε στις 23 Ιουλίου του 1972 στην τοποθεσία Παρανά. Ξεκίνησε να παίζει μπάλα στη Λοντρίνα Εσπόρτε Κλουμπ, έναν άσημο σύλλογο στα νότια της χώρας. Οι εμφανίσεις του όμως προσέλκυσαν το ενδιαφέρον. Η Μίλαν έδωσε περίπου ένα εκατομμύριο δολάρια, ποσό ρεκόρ τότε, για έναν νεαρό Βραζιλιάνο, χωρίς εμπειρία από επαγγελματικό ποδόσφαιρο, και τον έφερε στην Ιταλία. Μπροστά του όμως βρήκε την ολλανδική τριπλέτα Βαν Μπάστεν, Γκούλιτ, Ράικαρντ. Ο Τζιοβάνι δεν μπορούσε να παίξει, καθώς επιτρέπονταν μόνο τρεις ξένοι. Την πρώτη χρονιά του την πέρασε ως θεατής της Μίλαν και η ζωή ήταν δύσκολη.

Ένας 18χρονος Βραζιλιάνος ξαφνικά στην Ιταλία και μάλιστα στο Μιλάνο. Θυμάται και λέει׃ «Ήθελα να φύγω μετά τους δύο πρώτους μήνες. Δεν υπήρχαν τότε κινητά, δεν υπήρχε Ίντερνετ. Μου έλειπε η οικογένειά μου. Έκλαιγα μέρα-βράδυ. Έπρεπε να μάθω να μαγειρεύω. Δεν είχα δίπλωμα και γύριζα με το λεωφορείο».

Την επόμενη σεζόν ο Έλμπερ έκανε ξανά προετοιμασία με τη Μίλαν, αλλά όταν τελείωνε το καλοκαίρι και τα σχολεία ξεκινούσαν, μετακόμισε στην Ελβετία, δανεικός στην Γκρασχόπερ. Όχι ότι και εκεί δεν ήταν δύσκολα, ειδικά τον πρώτο χειμώνα στη Ζυρίχη, και ας είχε μαζί του για παρέα τον αδερφό του. Το κρύο ήταν πολύ, η επικοινωνία δύσκολη και το φαγητό «γρίφος». Στη βιογραφία του περιγράφονται οι δύσκολες στιγμές. Την πρώτη εβδομάδα η μεγαλύτερη επιτυχία ήταν όταν ο αδερφός του πέτυχε μια πινακίδα έξω από μαγαζί που με κιμωλία έγραφε τρεις… μαγικές λέξεις: «chili con carne». Ήταν κάτι σαν παράδεισος για τους δυο Βραζιλιάνους που επιτέλους ανακάλυψαν κάτι που ήξεραν τι είναι. Κάθε μέρα έτρωγαν κρέας με φασόλια και έξτρα μερίδα τηγανιτές πατάτες. Παρ’ ότι αγωνιστικά ο Έλμπερ δεν είχε προβλήματα, δεν του άρεσε καθόλου η Ελβετία. Τα λόγια του׃ «Όταν επέστρεψα στη Βραζιλία για τη χειμερινή διακοπή του πρωταθλήματος δεν ήθελα να γυρίσω πίσω. Ήταν η μητέρα που μου έπεισε. Μου είπε ότι θα μπω στο αεροπλάνο της επιστροφής και θα πάω να γίνω ποδοσφαιριστής, αυτό που ήθελα πάντα». Ο Έλμπερ τελικά μπήκε και έμεινε στην Ευρώπη για 15 χρόνια συνολικά.

Τα επόμενα δύο καλοκαίρια έκανε και πάλι προετοιμασία με τη Μίλαν, αλλά επέστρεψε ξανά στην Ελβετία όπου και έκανε σπουδαίες εμφανίσεις (ακόμα και στην Ευρώπη με τα γκολ κόντρα στην Σπόρτινγκ και όχι μόνο), ενώ στην τελευταία του σεζόν βγήκε πρώτος σκόρερ.

Το μέλλον του στη Μίλαν δεν φαινόταν λαμπρό, αφού δεν είχε κάνει ούτε μια εμφάνιση σε τέσσερις σεζόν!! Έτσι ζήτησε να πάει δανεικός κάπου στην Ιταλία, αφού ένιωθε ότι πλέον είχε μάθει ότι μπορούσε, στο ελβετικό πρωτάθλημα μετά από τρεις χρονιές. Οι άνθρωποι της Μίλαν, του είπαν ότι έχουν μια πρόταση από τη Στουτγκάρδη που τον παρακολουθούσε. Ο Έλμπερ που είχε ήδη μάθει γερμανικά την αποδέχτηκε και έτσι μετακόμισε στη Γερμανία. Το καλοκαίρι του 1994 φόρεσε τη λευκή φανέλα. Σκόραρε στο ντεμπούτο του στην Μπουντεσλίγκα, στην εντός έδρας νίκη με 2–1 ενάντια στο Αμβούργο. Στη Σουηβία μπήκε σε μια εξαιρετική ομάδα και άρχισε να δείχνει την ποιότητά του. Παρ’ ότι την πρώτη σεζόν σκόραρε μόλις 8 γκολ, στις άλλες δύο πήρε μπρος και μαζί με το Φρέντι Μπόμπιτς και τον Κράσιμιρ Μπαλάκοφ έφτιαξαν το ιστορικό «μαγικό τρίγωνο» για τη Στουτγκάρδη. Προπονητής ο μόλις 36χρονος τότε Γιόακιμ Λεβ που ξεκινούσε να φτιάχνει όνομα. Εδώ υπάρχει μια καταπληκτική ιστορία που πρέπει να αναφέρουμε. Είχε ήδη συμφωνήσει, να μετακομίσει στο Μόναχο λίγες μέρες πριν τον τελικό με την Κότμπους, στον οποίο σκόραρε δυο γκολ. Με αυτά τα τέρματα η ομάδα νίκησε με 2-0 και σήκωσε την κούπα. Γύρισε στο ξενοδοχείο και δεν μπορούσε να πανηγυρίσει, στενοχωρημένος επειδή θα έφευγε. Ο Μπόμπιτς (με τον οποίον είναι κολλητοί ακόμα και σήμερα) πήγε στο δωμάτιό του και του είπε: «Σήμερα είσαι ακόμα ένας από μας, οπότε θα έρθεις να το γιορτάσουμε. Από αύριο μπορείς να πας να γαμηθείς».

Πραγματικά είχε αγαπήσει τη Στουτγκάρδη, και πολλοί του έλεγαν, ότι δεν θα έβρισκε το ίδιο οικογενειακό κλίμα στην Μπάγερν. Δεν πίστευε καν ότι είχε ενδιαφερθεί ένας τόσο μεγάλος σύλλογος. Το συνειδητοποίησε μόνο όταν τον πήρε τηλέφωνο ο Ματέους. Μέσα του όμως είχε ένα μεγάλο όνειρο, να φορέσει τη φανέλα της «Σελεσάο». Ήξερε ότι δύσκολα θα τα κατάφερνε αν δεν πήγαινε σε μεγαλύτερο σύλλογο. Παρά το τότε ενδιαφέρον της Άρσεναλ, ο Έλμπερ πήγε στους Βαυαρούς και μια τρομερή πορεία ξεκίνησε. Το άκρως οικογενειακό κλίμα χάθηκε, αλλά τα γκολ, οι τίτλοι και οι επιτυχίες ξεκίνησαν.

Κάθισε κοντά εφτά χρόνια στο Μόναχο. Τα γκολ έμπαιναν σαν «αστραπή». Μια καταπληκτική απίστευτη ομάδα τότε. Με Ματέους, Καν, Λιζαραζού, Σαλιχάμιζιτς, Μεμέτ Σολ, Κουφούρ, Κάρστεν Γιάνκερ, Στέφαν Έφενμπεργκ και άλλοι παικταράδες. Έγινε ο πρώτος ξένος σκόρερ όλων των εποχών στην Μπάγερν, και μόνο ο Κλαούντιο Πιζάρο και πλέον ο Λεβαντόφσκι, τον ξεπερνούν σε συνολικά γκολ ξένου στην Μπουντεσλίγκα. Πέτυχε 133 γκολ σε 260 ματς συνολικά στην Μπουντεσλίγκα με Στουτγκάρδη και Μπάγερν. Το 1999 χάνει τον περίφημο τελικό της Βαρκελώνης απέναντι στη Γιουνάιτεντ λόγω τραυματισμού. Χάνει όμως και την ανατροπή. Το σοκ ακόμα βγαίνει στο στόμα του׃ «Κατεβήκαμε με το Λιζαραζού κάτω λίγο πριν το τέλος. Ήταν κι αυτός τραυματίας και πήγαμε στο τούνελ για να ετοιμαστούμε για την απονομή. Όταν φτάσαμε το σκορ είχε γίνει 1-2. Δεν μπορούσαμε να το πιστέψουμε. Εγώ σηκώθηκα και έφυγα, γύρισα μόνος στο ξενοδοχείο. Δεν ήθελε να βλέπω κανέναν».

Μετά τη Γερμανία πήγε στη Γαλλία και στη Λυών. Είχε πολύ καλή παρουσία. Πήγε στην Γκλάντμπαχ για τέσσερα μόλις παιχνίδια και το 2006 ολοκλήρωσε την καριέρα στου στην πατρίδα του με την Κρουζέιρο. Στις 9 Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς, μετά από τραυματισμούς και την απώλεια του πατέρα του αποσύρθηκε οριστικά από τα γήπεδα. Συνολικά είχε 500 συμμετοχές και 258 γκολ. Ένας απίστευτος γκολτζής. Κατέκτησε πάρα πολλούς τίτλους. Το 1994 πήρε το Κύπελλο Ελβετίας με την Γκρασχόπερ. Με την Μπάγερν σήκωσε τα πάντα. Το Λιγκ Καπ τέσσερις συνεχόμενες φορές. Το 1997, το 1998, το 1999 και το 2000. Το Κύπελλο Γερμανίας πάλι τέσσερις. Μία με την Στουτγκάρδη το 1997 και άλλες τρεις με τους Βαυαρούς. Το 1998, το 2000 και το 2003. Και φυσικά πρωταθλήματα. Το 1999, το 2000, το 2001 και το 2003. Και το Τσάμπιονς Λιγκ το 2001 στο δραματικό τελικό με τη Βαλένθια. Την ίδια χρονιά και το Διηπειρωτικό κατέληξε στα γραφεία του συλλόγου. Ενώ και στη Γαλλία πήρε με τη Λυών πρωταθλήματα. Το 2004 και το 2005. Ενώ άλλα δυο μετάλλια Λιγκ Καπ κοσμούν την προσωπική του συλλογή. Τις ίδιες σεζόν με τα πρωταθλήματα. Τέλος με την Κρουζέιρο κατέκτησε το πρωτάθλημα Μινέιρο το 2006.

Οι ατομικές του διακρίσεις και αυτές ξεχωριστές. Βγήκε πρώτος σκόρερ δύο φορές. Η πρώτη στο Ελβετικό πρωτάθλημα τη σεζόν 1994 και η δεύτερη στην Μπουντεσλίγκα το 2003 (το μοιράστηκε με τον Τόμας Κρίστιανσεν). Ψηφίστηκε ο καλύτερος ξένος παίκτης το 1994 στο Ελβετικό πρωτάθλημα. Το περιοδικό «Kicker» τον είχε τρεις συνεχόμενες φορές στην κορυφαία ενδεκάδα. Το 1997, το 1999 και το 2003. Είναι στην καλύτερη ενδεκάδα όλων των εποχών της Μπάγερν Μονάχου! Αυτό λέει πολλά από μόνο του.

Μεγάλος του καημός η εθνική Βραζιλίας. Ξεκίνησε από μικρός να φοράει τη μεγαλύτερη φανέλα διεθνώς. Στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Νέων της FIFA του 1991, σκόραρε τέσσερα γκολ σε έξι αγώνες. Με εκείνον ηγέτη έφτασαν στο μεγάλο τελικό. Εκεί όμως έχασαν από την οικοδέσποινα Πορτογαλία, στα πέναλτι. Στη συνέχεια δεν τον καλούσαν. Όταν όμως αποφάσισε να πάει στην Μπάγερν αυτό είχε άμεσο αντίκτυπο. Μόλις σε μία σεζόν, κλήθηκε για πρώτη φορά στην εθνική Βραζιλίας. Δυστυχώς όμως για τον ίδιο, έπεσε σε μια φουρνιά σπουδαίων παικτών. Ριβάλντο, Ρονάλντο, Μπεμπέτο, Ρομάριο (αν και μεγάλος), αλλά και άλλοι, όπως ο Εντμούντο κι ο Ντενίλσον του έπαιρναν τη θέση. Το γερμανικό ποδόσφαιρο δεν ήταν τόσο δημοφιλές. Ενώ και ο ίδιος δεν είχε παίξει ποτέ στο βραζιλιάνικο πρωτάθλημα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να είναι άγνωστος σε πολύ κόσμο πίσω στην πατρίδα, και να μην έχει μεγάλο έρεισμα σε λαό, δημοσιογράφους και κυρίως προπονητές. Τον Δεκέμβριο του 1997 οι δημοσιογράφοι ρωτάνε τον Μάριο Ζαγκάλο αν ο Έλμπερ θα είναι στις επιλογές του για το Μουντιάλ της Γαλλίας. Ο Ζαγκάλο απαντά με πολύ άσχημο τρόπο: «Πόσους Έλμπερ έχουμε στη Βραζιλία? Χιλιάδες! Ας αγοράσει ένα αεροπορικό και να πάει για διακοπές».

Ο Έλμπερ από τη Γερμανία απαντάει στο Ζαγκάλο, λέγοντάς του ότι είναι γέρος και έχει αρχίσει να ξεχνάει. Τελικά, ο Ζαγκάλο τον παίρνει στο αδιάφορο «Gold Cup» που συμμετείχε και η Βραζιλία στις αρχές του 1998, αλλά τον έχει στον πάγκο κατά κύριο λόγο. Τον φωνάζει «μικρό»  γιατί δεν θυμόταν το όνομά του. Ο Τζιοβάνι μοχθεί για να επιλεγεί στην ομάδα, αλλά ένας τραυματισμός, διαλύει τις λίγες ελπίδες του για να δώσει το παρόν στο Μουντιάλ. Το 2002 η αδικία ήταν μεγαλύτερη, με παίκτες όπως ο Λουιζάο και ο Εντμίλσον (οι επιθετικοί και όχι οι συνονόματοί τους σε άλλες θέσεις, αν δεν τους θυμάστε δεν φταίτε εσείς) να προτιμώνται από τον Τζιοβάνι. Εννοείται ήταν σαφώς κατώτεροί του. Στο τέλος παίζει ρόλο και η απόφαση της Μπάγερν να μην του δώσει άδεια να πάει στη Βραζιλία για δυο αγώνες στα προκριματικά και μένει ξανά εκτός Μουντιάλ. Ο Έλμπερ, τελείωσε την καριέρα του με μόλις 15 εμφανίσεις με τη Βραζιλία. Φυσικά σε αυτά τα ματς σκόραρε 7 φορές, γεγονός που έδειχνε πόσο μπορούσε να βοηθήσει. Είπαμε ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, αλλά μια συμμετοχή σε ένα Μουντιάλ πιθανότατα να τον είχε βάλει ανάμεσα στους καλύτερους. Είναι κάτι τέτοιες λεπτομέρειες που στο τέλος καθορίζουν πώς θα σε θυμάται ο κόσμος.

Η ζωή του όμως συνδέθηκε άρρηκτα με τη Γερμανία. Είναι «σκάουτερ» της Μπάγερν στην πατρίδα του και τσεκάρει ταλέντα. Όμως δεν είναι μόνο αυτό. Εκπροσωπεί το σύλλογο σε όλο τον πλανήτη. Ταξιδεύει συχνά στο Μόναχο για να βλέπει την ομάδα, όταν δεν βρίσκεται στη Βραζιλία που εκτός των άλλων έχει ιδρύσει ακαδημία ποδοσφαίρου για τα παιδιά του δρόμου και κάνει τον… καουμπόι στα συνολικά 6.000 βοοειδή που έχει σε μια σειρά από εκτάσεις που αγόρασε. Το 2013 εργάστηκε ως ειδικός αναλυτής για τον γερμανικό τηλεοπτικό σταθμό «Das Erste». Παρείχε ανάλυση φάσεων και τακτικής κατά τη διάρκεια του Κυπέλλου Συνομοσπονδιών FIFA 2013, και εμφανίστηκε ξανά με αυτή την ιδιότητα, κατά τη διάρκεια του Παγκοσμίου Κυπέλλου FIFA 2014. Δεν είναι τυχαίο ότι σε συνέντευξη που έδωσε πριν το φιλικό Γερμανία-Βραζιλία είπε ότι δεν είναι «πραγματικός» Βραζιλιάνος. Στο Μουντιάλ του 2014 στο περιβόητο ματς  του 7-1, η γυναίκα του ήταν στο γήπεδο με μια σημαία της Βραζιλίας, τα παιδιά του με φανέλες Γερμανίας, κι ο ίδιος ένιωθε πολύ πιο κοντά με Γερμανούς, όπως ο Τόμας Μίλερ τους οποίους γνωρίζει προσωπικά, ενώ είχε ζωγραφίσει και μια σημαία της Γερμανίας στο πρόσωπό του. Κι όταν η γυναίκα του μετά το 3-0 δεν άντεξε άλλο και αποχώρησε, αυτός έκατσε να δει το ματς.

Είπε με ειλικρίνεια׃ «Πέρασα όλη τη ποδοσφαιρική μου ζωή εκεί». Ίσως βαθιά μέσα του, να μην έχει ξεπεράσει το γεγονός ότι στην εθνική ποτέ δεν τον αγκάλιασαν και γι’ αυτό δεν έχει τόση συμπάθεια στη «Σελεσάο». Κι ας έφευγε στα 16 του για να κάνει δυο μέρες ταξίδι με το αυτοκίνητο και να βρεθεί στο «Μαρακανά» και να δει από κοντά το μεγάλο του ίνδαλμα, τον Ζίκο. Κάποια πράγματα μένουν για πάντα μέσα μας. Στην προσωπική του ζωή είναι παντρεμένος με τη Σύνθια και έχουν δύο παιδιά. Δε γίνεται να μην αναφερθούμε στην τωρινή του ζωή στη φάρμα.

Κάθε πρωί ο Έλμπερ κάνει έλεγχο καθώς χτυπά τα παπούτσια του. Πρώτα ο ένας, μετά ο άλλος, βάζει προσεκτικά το χέρι του μέσα τους για να ελέγξει αν έχει εγκατασταθεί κάτι μέσα σε μια νύχτα, ίσως ένας σκορπιός, μια αράχνη ή ακόμα και ένα φίδι. Υπάρχει αρκετός χώρος στις μπότες του. Ολοκληρώνει το ντύσιμο του με ένα πουκάμισο βγαλμένο από γουέστερν, τζιν με μεγάλη αγκράφα, μαχαίρι στη ζώνη και φαρδύ καπέλο. Όταν βγαίνει έξω από την εξώπορτά του εδώ στο «Fazenda Sao Paulo» στην καρδιά της Βραζιλίας, ο πρώην σταρ μοιάζει με αληθινό καουμπόι. Το πρώτο πράγμα που εξηγεί στους επισκέπτες είναι πώς να αντιμετωπίζουν τα ζώα του. Δεν θέλει να συμβεί κάτι κακό. Το προσωπικό του κοιτάζει πάντα τακτικά κάτω από όλα τα έπιπλα, διατηρώντας τα όλα πεντακάθαρα. Όμως  όσο έλεγχο και να κάνουν δεν παύει να είναι μια τεράστια φάρμα. Έτσι, κάποτε ήρθε αντιμέτωπος με ένα φίδι όταν άνοιξε ένα ντουλάπι. Σε ένα κτίριο που ήταν δίπλα στη λίμνη. Το περιέγραψε ως γκρι, καφέ, λεπτό και δηλητηριώδες. Το οδήγησε στη ζούγκλα με ένα μακρύ μαχαίρι. Δεν φοβήθηκε αλλά έδειξε σεβασμό στο ζώο, όπως λέει׃ «Είναι πολύς ο δρόμος από εδώ μέχρι ένα νοσοκομείο. Η πλησιέστερη μεγάλη πόλη είναι η Cuiaba και απέχει πολύ αφού έχουμε χωματόδρομο. Δεν μιλάμε με όρους χρόνου εδώ, αλλά με χιλιόμετρα. Ποτέ δεν μπορείς να πεις ακριβώς πόσο καιρό θα πάρει».

Αγόρασε την «Fazenda Sao Paulo» το 1999. Το 2003 και το 2005, αγόρασε τις γειτονικές φάρμες «San Jose» και «Paraiso». Συνολικά, τώρα έχει περίπου 10.000 εκτάρια στα οποία εκτρέφει περίπου 6.000 βοοειδή. Σκοπεύει να τα αυξήσει σε 7.000. Ο πατέρας του, του είπε κάποτε να αγοράσει ένα αγρόκτημα. Λέει με συγκίνηση׃ «Ο μπαμπάς μου φοβόταν να πετάξει και έτσι δεν μπορούσε να με επισκεφτεί πραγματικά στην Ευρώπη». Ο Έλμπερ ήθελε να αναπληρώσει τον χαμένο χρόνο μαζί  του μετά το τέλος της ποδοσφαιρικής του καριέρας. Και συνεχίζει׃ «Δυστυχώς, ο μπαμπάς πέθανε το 2006 λίγο μετά τη «σύνταξη» μου. Ήρθε εδώ δύο φορές και ξέρω ότι του άρεσε. Όταν έρχομαι εδώ, πάντα σκέφτομαι ότι ο μπαμπάς κάθεται δίπλα μου στη θέση του συνοδηγού. Ξέρω ότι μας κοιτάζει από ψηλά». Επισκέπτεται τη φάρμα του δύο ή τρεις φορές το χρόνο, μένοντας για περίπου 10 ημέρες τη φορά. Η οικογένειά του ζει στη Λοντρίνα, 1.700 χιλιόμετρα μακριά, πράγμα που σημαίνει ότι η επίσκεψη είναι μια ταλαιπωρία. Αλλά λατρεύει να επιθεωρεί τα πάντα αυτοπροσώπως. Η σύζυγός του Σύνθια και τα δύο παιδιά τους τον συνοδεύουν, αφού τους αρέσει τρελά.

Συνολικά 13 υπάλληλοι ζουν εδώ με τις οικογένειές τους. Υπάρχουν δύο καουμπόηδες ανά φάρμα, οι οποίοι έχουν στη διάθεσή τους 50 άλογα εργασίας. Ο Έλμπερ συνεχίζει να μας λέει περήφανα׃ «Ένας καουμπόι σηκώνεται στις 4 το πρωί, τρώει μεσημεριανό στις 10 και πηγαίνει για ύπνο στις 7 το απόγευμα. Αυτή είναι η ζωή μας εδώ. Μια φάρμα δεν λειτουργεί χωρίς «γκάουτσο». Χωρίς άλογα, ο κίνδυνος τραυματισμού θα ήταν πολύ μεγάλος». Ο  ίδιος έγινε καλός αναβάτης από τότε που ξεκίνησε μετά την αποχώρησή του από το ποδόσφαιρο. Βλέπεται τα αυτοκίνητα δεν μπορούν να πάνε σε κάποια σημεία. Εκεί μπορούν μόνο τα άλογα. Η εποχή των βροχών είναι αυτό που αγαπά περισσότερο, όταν επισκέπτεται. Και αυτό γιατί׃ «Την ξηρή περίοδο, ότι υποτίθεται ότι είναι πράσινο είναι καφέ και γκρι. Είναι 42 ή 45 βαθμοί, άρα είναι τρομερό. Τι πρέπει να τρώνε τα βοοειδή μου»? λέει ενώ οδηγεί το αυτοκίνητό του στον ανώμαλο δρόμο με λακκούβες. Συνεχίζει׃ «Είναι σαν τύμπανο πλυσίματος και το βράδυ πονάνε όλα. Είναι χειρότερο από ότι μετά από μια προπόνηση με τον Φέλιξ Μάγκατ». Στις επιθεωρήσεις του, σταματά παντού. Κάνει συνεχόμενους γύρους να ελέγξει και τα τέσσερα τρακτέρ, και στη συνέχεια επιθεωρεί τις ρίζες του χόρτου για παράσιτα. Ελέγχει την παραγωγή ξηρών ζωοτροφών και επισκέπτεται τους υπαλλήλους του. Η στάση από τις δύο αντλίες νερού είναι επίσης απαραίτητη. Τους αποκαλεί «το χρυσωρυχείο μας».

Υπάρχουν όλα όσα χρειάζονται. Εφόσον δεν υπάρχει διακοπή ρεύματος, μπορούμε να παρακολουθήσουμε ακόμη και Μπουντεσλίγκα ή Τσάμπιονς Λιγκ. Όπως όμως παραδέχεται׃ «Αλλά μερικές φορές μου αρέσει όταν δεν έχουμε ρεύμα. Χωρίς τηλεόραση, χωρίς ίντερνετ, χωρίς τηλέφωνο είναι καλό για όλους και είναι πραγματικά χαλαρωτικό». Φυσικά υπάρχουν και μπάρμπεκιου που τα οργανώνει ο ίδιος για τους υπαλλήλους του. Κάθε οκτώ εβδομάδες σφάζει δύο βοοειδή για να τα δώσει στο προσωπικό, και μια φορά το μήνα, τα Σάββατα κανονίζει ένα λεωφορείο για την κοντινότερη πόλη. Φεύγει στις 4 το πρωί και επιστρέφει γύρω στις 10 το βράδυ, με το ταξίδι να διαρκεί περίπου τέσσερις ώρες. Στη συνέχεια, οι οικογένειες αγοράζουν φασόλια, ρύζι και αλεύρι. Δυστυχώς, οι δυνατότητες για πάρτι είναι πολύ περιορισμένες. Υπάρχουν μερικά σπίτια στη γωνία, ένα αρτοποιείο, ένα εκκλησάκι και ένα είδος σαλούν όπου μπορείτε να ακούσετε μουσική και να πιείτε μπύρα. Και τι σημαίνει «γύρω από τη γωνία»? Τότε με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά απαντά׃  «Λοιπόν, είναι μια ώρα με τα πόδια».

Προσωπικά από αυτόν τον «καουμπόι» δέχτηκα πολλές «σφαίρες». Τις «έφαγα» αργά και βασανιστικά. Από πάντα αγαπούσα τη Ρεάλ, και τότε στους ημιτελικούς του 2001, με διέλυσε. Η πρώτη «σφαίρα» έφυγε στις 1 Μαΐου από το πόδι του. Και μάλιστα από το κέντρο, με ταχύτητα «φωτός», καρφώθηκε στο δεξί «γάμα» του Κασίγιας. Την ένιωσα για τα καλά. Με διαπέρασε και μένα μέσα από την οθόνη της τηλεόρασης. Μεγάλος πόνος τότε. Και μετά από μια βδομάδα στις 9 Μαΐου, στη ρεβάνς του Μονάχου ήρθε και η δεύτερη και τελειωτική. Μεγάλη πίκρα και απογοήτευση. Αλλά αυτό σημαίνει αθλητισμός και πραγματικό, αληθινό ποδόσφαιρο. Βραζιλιάνε «καουμπόι» χαλάλι σου. Ήσουν μέγιστος παικταράς και τώρα καταλαβαίνω πόσο μου λείπουν τέτοιοι αντίπαλοι… Σεβασμός για πάντα…

https://www.youtube.com/watch?v=JveH0BqRYfU

 

Από τον Ευστράτιο Φωτεινό

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here