Γερμανία 2006, τοποθεσία Βερολίνο. Όλα τα μάτια του κόσμου, από όλο τον πλανήτη είναι στραμμένα εκεί. Στο  μεγαλύτερο τελικό που υπάρχει στον πλανήτη. Αυτόν του Μουντιάλ φυσικά. Αντιμέτωπες η Ιταλία με τη Γαλλία. Η  μεσογειακή και  γαλάζια «σκουάντρα ατζούρα» με ένα ρόστερ γεμάτο «αστέρια». Μπουφόν, Ντελ Πιέρο, Τότι, Καναβάρο, Νέστα, Ινζάγκι, Ντε Ρόσι, Πίρλο, Τόνι, Καμορανέζι και άλλοι. Απέναντι σε αυτούς οι «τρικολόρ». Στο τελευταίο παιχνίδι του Ζιντάν. Με συμπαίκτες πραγματικά παικταράδες. Μπαρτέζ, Βιεïρά, Μαλουντά, Τρεζεγκέ, Ριμπερί, Ανρί, Γκαλάς, Βιλτόρ, Μακελελέ και οι υπόλοιποι. Ένας τελικός με «γίγαντες» να μονομαχούν για τη δόξα και την κορυφή του κόσμου. Κάποιες φορές στη ζωή, εκεί που κανείς δεν το περιμένει, ξαφνικά βρίσκεται κάποιος που με το δικό του τρόπο κάνει τη διαφορά. Και σε αυτό το μεγάλο γεγονός, βρέθηκε αυτός με το νούμερο 23 σαν άλλος Μάικλ Τζόρνταν (και αυτός ο μέγιστος τέτοια έκανε με τα trash talking), να βγάλει όλη την ιταλική «αλήτικη» συμπεριφορά και να δώσει το τρόπαιο στην Ιταλία. Αυτός που σήκωσε κάθε Ιταλό και Ιταλίδα να βγούνε και να πανηγυρίζουν στους δρόμους. Ένα «μαφιόζικο» χτύπημα που έκρινε τον αγώνα. Όπως οι περισσότεροι καταλάβατε το σημερινό αφιέρωμα είναι για τον Μάρκο Ματεράτσι που έλεγε׃ «Άσ’ τους να με μισούν. Αρκεί που με φοβούνται».

Κουρασμένος και  λαχανιασμένος, με μπαταρισμένο το κεφάλι και ύβρεις να σκεπάζουν τις δηλώσεις του, απαντούσε σχεδόν ατάραχος, ενώ ο ιδρώτας έτρεχε, στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων, σε μία από τις πολλές δημόσιες συνεντεύξεις (flash interview) του «Sky Sports Italia». Το μικρόφωνο κρατούσε μια νεαρή δημοσιογράφος, μια κοπέλα που δεν μπορούσε να καταλάβει για ποιο λόγο το κοινό βρίζει ακατάπαυστα, έναν Πρωταθλητή Κόσμου, τον αρχηγό της Πρωταθλήτριας Ίντερ, τον καλύτερο παίκτη εκείνου του ντέρμπι. Έτσι γινόταν πάντα με τον Ματεράτσι. Δεν είχε συμπαίκτες και αντιπάλους, είχε μονάχα φίλους και εχθρούς. Πολλούς,  πάρα μα πάρα  πολλούς εχθρούς. Και αυτοί ήταν ορκισμένοι και, ποτισμένοι με μίσος. Φταίει σίγουρα κι εκείνος, ποτέ δεν παραδέχτηκε δημοσίως τι ήταν εκείνο που τον ώθησε να πάρει τον ρόλο του «κακού». Έπειτα, δεν υπάρχει καλό χωρίς κακό, αγάπη χωρίς μίσος. Η παγκόσμια λαογραφία έχει στηριχθεί σε αυτά τα δίπολα, οι τέχνες, τα γράμματα. Είναι βέβαιο ότι ποτέ δεν το ανέλυσε τόσο. Απλώς θεωρούσε εαυτόν διαφορετικό, ξεχωριστό, με μια προσωπική ιστορία μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και το ευρύ κοινό. Ο «κακός» ήταν ρόλος, κοστούμι που του άρεσε να φοράει σε όλες του τις δραστηριότητες, πιο πολύ για να προστατεύσει το μέσα του, τα εσώψυχά του.Γεννήθηκε στις 19 Αυγούστου του 1973 στο Λέτσε. Πρωτότοκος γιος του Τζουζέπε και της Άννας, δυο ερωτευμένων νέων που έφυγαν από τα χωριά της Σαρδηνίας, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή στο διαμάντι του Σαλέντο. Στη «Φλωρεντία του Νότου», ακριβώς στο «τακούνι της μπότας», εκείνο που, άμα σε βρει, το σημάδι του μένει για πάντα ανεξίτηλο. Τα τελευταία απομεινάρια Γραικών στην Ιταλία, εκεί αναπνέουν. Τώρα πια, είναι κάποια χωριά που μετριούνται στα δάχτυλα. Κάποτε, ήταν απ’ άκρη σ’ άκρη της επαρχίας. Δύσκολοι άνθρωποι οι Σαλεντίνοι. Φιλόξενοι, και δίκαιοι,  αλλά και σκληροί. Με δικό τους κώδικα τιμής, δικές τους αντιλήψεις, δική τους θεώρηση περί δικαιοσύνης, ελευθερίας και δημοκρατίας. Το «ιερό» τους είναι η οικογένεια. Αυτόν το δεσμό προσπαθούν να κρατήσουν σαν φυλαχτό, γιατί η υπόλοιπη Ιταλία μοιάζει να τους έχει ξεχάσει. Σε υποδομές, εκπαίδευση, αστυνόμευση, όλα.

Το μόνο που τους έχει μείνει είναι οι «κώδικες», οι οποίοι μέχρι και σήμερα αμφιταλαντεύονται, μεταξύ της γραμμής που χωρίζει την αρετή απ’ την κακία. Σε αυτό το περιβάλλον, μεγάλωσε ο Μάρκο. Έτσι, γνώρισαν τα παιδικά του μάτια τη ζωή, αυτό έμαθε ότι ισχύει. Και, όταν στα 15 έχασε τη μητέρα του, κατάλαβε ότι στη ζωή είμαστε μόνοι μας. Εμείς και οι καταβολές μας, εμείς και οι προσλαμβάνουσες παραστάσεις μας, εμείς και ο λογισμός μας. Δεν γίνεται να μη σε σημαδέψει ο χαμός της μάνας, ειδικά σε αυτή την ηλικία, όπου είσαι μεγάλος για να καταλάβεις και μικρός για να κατανοήσεις. Η μπάλα ήταν διέξοδος, εκτόνωση, ένας τρόπος να εξωτερικευτούν όσα δεν επέτρεπε ο «κώδικας», του «σκληρού» στο σπίτι του. Ήταν ο μεγάλος αδερφός, δεν επιτρεπόταν να λυγίσει, ο μικρός του αδερφός, ο Ματέο, τελείωνε, τότε, το δημοτικό. Δεν υπάρχει κάποια τρομερή «Λατινοαμερικάνικη» ιστορία πίσω από την ενασχόλησή του με το ποδόσφαιρο. Έπαιζε ο πατέρας του, ένας τίμιος μέσος παλαιάς κοπής, δίχως, όμως, πολλές πραγματικές ευκαιρίες στην καριέρα του. Ήταν καλός ο Τζουζέπε, έγινε σχεδόν σημαία της Λέτσε που πάλευε να σταθεί στην τρίτη κατηγορία, αλλά, εκείνα τα χρόνια, το ψωμί στο τραπέζι δεν το έφερνε η μπάλα.

Πιο πολύ έκανε όνομα ως προπονητής μετέπειτα, παρά ως ποδοσφαιριστής. Το ΄88, ο Τζουζέπε βρέθηκε ενώπιον της μεγαλύτερης πρόκλησης της καριέρας του. Στη Ρώμη, είχαν προσέξει τη δουλειά του στην Μπενεβέντο, την Καζερτάνα και την Πίζα και τον κάλεσαν να αναλάβει τη Λάτσιο. Μικρομεσαία, τότε, ομάδα στο «Καμπιονάτο», με διάθεση να αναδείξει νέα παιδιά από τις ακαδημίες της. Ντι Κάνιο, Μαρίνο, Ντι Μπιάτζο, Ντεζότι και, αιχμή του δόρατος, ο νεοαποκτηθείς φοβερός και τρομερός Ρούμπεν Σόζα, ο αγαπημένος «El Principito» της Ουρουγουάης. Ήταν μια τίμια,  σκληρή ομάδα που τερμάτισε στη δέκατη θέση.

Τότε, όμως, την αγάπησε ο μικρός Ματεράτσι, ο οποίος, εν αντιθέσει με το κοινό αίσθημα και την αργότερα διασύνδεση του ονόματός του με την Ίντερ, τη Λάτσιο υποστήριζε από μικρός και από το σύλλογο της πρωτεύουσας ξεκίνησε. Στην ομάδα νέων, πρωτόπαιξε οργανωμένα ποδόσφαιρο. Ακριβώς όσο έμεινε ο πατέρας του στον πάγκο. Δεν έμπαινε σε κανένα καλούπι ο πιτσιρικάς, παρά τα σωματικά προσόντα, ήταν υπέρ το δέον «δυναμικός», σχεδόν αντιαθλητικός. Από πάντα του άρεσαν τα δυναμικά και σκληροτράχηλα. Στη Ρώμη, ωστόσο, πρόλαβε να γνωρίσει μια διαφορετική πραγματικότητα, κατάλαβε ότι στη ζωή υπάρχουν κανόνες, οι πράξεις δεν μένουν ατιμώρητες, γιατί κάποιος «κώδικας» επιτάσσει άφεση αμαρτιών στο παιδί που «πέρασε δύσκολα». Έξω από το ειδικό περιβάλλον του Λέτσε, έπρεπε να γίνει άντρας, να εξελίξει την οργή σε θυμό, τον θυμό σε δυναμισμό. Δύσκολα ζητούμενα για ένα παιδί 17 ετών, του οποίου το αίμα βράζει. Πιο πολύ ανακούφιση ένιωσε, όταν ο πατέρας του άφησε τη Ρώμη και ανέλαβε τη Μεσίνα. Πιο φίλιο το περιβάλλον στο νησί, πίσω στους «κώδικες». Η Σικελία ήταν το πεπρωμένο του, μετά από ένα υποχρεωτικό πέρασμα από το Τορ Ντι Κουίντο, για να τελειώσει το σχολείο και να μπορεί να παίζει παράλληλα και ποδόσφαιρο. Τότε του προσφέρθηκε η ευκαιρία την άρπαξε και δεν την άφησε…

Η Μαρσάλα του πρόσφερε το πρώτο του συμβόλαιο, στην «πόλη που βλέπει τη Λιβύη», στο Λιλύβαιον που δεν κατακτήθηκε ποτέ στην αρχαιότητα, έγινε κανονικός ποδοσφαιριστής. Ψηλόλιγνος αλλά δυνατός, απ’ αυτά τα νεαρά παιδιά με «νεύρο» και άρνηση για όλα. Έμπαινε σε κάθε φάση, με άγνοια κινδύνου. Τάκλιν και με τα δυο πόδια, πολλές φορές μάλιστα το πόδι, σηκωνόταν πιο πάνω από το επιτρεπτό ύψος και έκανε ζημιές στο σώμα των αντιπάλων. Στη Μαρσάλα, όμως, αναδείχθηκε το χαρακτηριστικό που τον συνόδευσε σε όλη του την καριέρα: ο Μάρκο ήξερε πώς να σκοράρει. Είχε ένστικτο και  χωρίς να τον  τρομάζει ο κίνδυνος. Όλα αυτά σε  συνδυασμό, με την  αγωνιστική του «κακία» πετύχαινε τα γκολ. Γενικά είχε μια άγνοια του φόβου. Τα στόπερ, τότε, ανέβαιναν μόνο στα τελευταία λεπτά, όταν οι ομάδες κυνηγούσαν το σκορ, στην απέλπιδα προσπάθεια για το γκολ της σωτηρίας ή της νίκης. Ο Ματεράτσι σκόραρε τέσσερις φορές σε ροή αγώνα. Έφτανε πρώτος στη μπάλα, έπεφτε με το κεφάλι ανάμεσα σε πόδια συμπαικτών και αντιπάλων, ριχνόταν στο «μπουλούκι», με στόχο απλώς να τον βρει η μπάλα και να πάει μέσα.

Μέσα σε μια σεζόν, μεταγραφή στη μεγάλη ομάδα της επαρχίας, στην Τράπανι. Μέσα σε λίγους μήνες, η κλήση από το αμέσως υψηλότερο επίπεδο, την Περούτζια. Στην αρχή, δεν κατάλαβαν. τον έστειλαν στην Κάρπι να «ψηθεί». Απολογισμός: 7 γκολ σε 18 παιχνίδια. Όλοι αναρωτιόντουσαν αν αγόρασαν στόπερ ή σέντερ φορ. Το 1997, πίσω  Περούτζια. Η «τρελή», παρέα του  Λουτσιάνο Γκαούτσι. Την ομάδα του Νέγκρι, του Τζούντι, του Τεντέσκο, αργότερα του Λιβεράνι, του Ράπαϊτς, του Ζε Μαρία, του Νακάτα, του Ζήση Βρύζα. Το ρεκόρ του είναι ακόμα ακατάρριπτο. Με τη φανέλα της Περούτζια, σκόραρε τα περισσότερα γκολ που πέτυχε ποτέ αμυντικός στη «Σέριε A». Δώδεκα γκολ σε μια σεζόν. Από κεντρικό αμυντικό. Από ένα σημείο της σεζόν κι έπειτα, τον έβαλαν να εκτελεί και τα πέναλτι, τόση εμπιστοσύνη είχαν στο «κρύο» αίμα, την τεχνική και τα πόδια του.

Η εικόνα στο κάδρο έχει θολώσει με τα χρόνια, γιατί οι περισσότεροι θυμούνται τα πόδια του Ματεράτσι μόνο για τους λάθος λόγους. Για τις «σκαριές», τις πληγές, τα σκισμένα γόνατα. Είναι γεγονός ότι η αγριότητα, με την οποία έπεφτε στη μπάλα, ήταν ειλικρινά άνευ προηγουμένου. Ενστικτώδεις, ζωώδεις επεμβάσεις, πολλές φορές, απευθείας στο πόδι του αντιπάλου. Σε φάση επίθεσης, όμως, τα πόδια του μετατρέπονταν στον «καλό», στον ήρωα της ταινίας. Ο Σέρζε Κόσμι τον διαχειρίστηκε με τέτοιον τρόπο, παίρνοντας μονάχα το καλύτερο από εκείνον. Τον βοήθησε να πάρει τη μεταγραφή, να ζήσει το όνειρο της Πρέμιερ Λιγκ, από τα 25 του. Τα φημισμένα, υποτίθεται, για τη σκληράδα  βρετανικά γήπεδα τον άντεξαν μια σεζόν. Ημερολογιακά δεν έκλεισε καν χρόνο. Στο Μέρσεϊσαϊντ έφτασε ανώριμος, παρεξήγησε και παρεξηγήθηκε, δεν ησύχασε ποτέ. Η σύντομη περιπέτεια της Έβερτον έγραψε 27 συμμετοχές και 4 αποβολές.

Άρον άρον πίσω στο προστατευόμενο περιβάλλον της Περούτζια. Μια διετία, στην οποία πρόλαβε κι έγινε ο ηγέτης και το σημείο αναφοράς μιας ομάδας που έχει μείνει στην ιστορία του Ιταλικού ποδοσφαίρου. Όλα κόλλησαν μαγικά σ’ εκείνη την παρέα. Ιδιοσυγκρασία, κίνητρα, ανάγκη για προσωπικές αποδείξεις και δικαιώσεις. Το περιβραχιόνιο το φόρεσε ο Μάρκο. Μόνο αυτός. Από εκείνη τη μαγική διετία, ήρθε η κλήση στην εθνική, η μεταγραφή στην Ίντερ, η είσοδος του στην ευρωπαϊκή ποδοσφαιρική «σφαίρα». Πιο πριν ήταν «εσωτερική υπόθεση», ένα γνήσιος ιταλικός γρίφος (rebus), η μετεμψύχωση ενός παλιού Ουρουγουανού «αντάρτη σε πόλεμο» (guerrillero) σε κορμί και φάτσα Ιταλού.

Στη μεγάλη ομάδα, απέκτησε αυτό που πάντα έψαχνε. Και αυτά ήταν  υπόσταση, φήμη, αναγνώριση από συμπαίκτες και Τύπο, μετατράπηκε στον αγαπημένο Μάτριξ (Matrix) των οπαδών της Ίντερ. Στους «νερατζούρι» δρούσε συνήθως σαν υπερήρωας, σαν ένας ανυποχώρητος πολεμιστής που δεν παραιτείται ποτέ. Ένα σημείο αναφοράς είναι ότι, εκείνη την εποχή, ο σύλλογος του Μοράτι πάσχιζε να σπάσει την ηγεμονία της Γιουβέντους. Στον αέρα του Μιλάνου (και όχι μόνο), αιωρείτο η αίσθηση (σχεδόν βεβαιότητα) ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά με το ιταλικό ποδόσφαιρο. Ο «Μάτριξ» ανέλαβε, μετά χαράς, τον ρόλο του «κακού», γι’ αυτόν, άλλωστε, ήταν φτιαγμένος και αυτόν επιζητούσε σε όλη του την καριέρα. Η μετάβαση σε μια ομάδα τοπ επιπέδου δεν τον τρόμαξε, δεν τον «κατάπιε». Σε μια από τις πρώτες του συνεντεύξεις, ως παίκτης της, τοποθέτησε τα πράγματα στη βάση της δικής του κοσμοθεωρίας και όχι των άλλων: «Μου αρέσει η πίεση. Να ασκώ πίεση, αλλά και να νιώθω ότι με βουλιάζει η πίεση. Στο λάθος φαίνεται αν αντέχεις την πίεση, εκεί πρέπει να παραμένεις ακλόνητος. Όταν αστόχησα στο πέναλτι (σ.σ. είχε χάσει πέναλτι σε έναν αγώνα εναντίον της Σιένα, το οποίο θα έκρινε τον αγώνα), θυμήθηκα τα λόγια του παλιού μου προπονητή, του Ματσόνε, ο οποίος μου είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν του έκανα ως ποδοσφαιριστής στο χορτάρι. Δεν με χρειαζόταν για την τεχνική, την τακτική, γενικά όλες μου τις τοποθετήσεις. Φώναζε από τον πάγκο: «Δεν σου είπα να κάνεις τον ποδοσφαιριστή». Είχε δίκιο. Σε μια ομάδα, πρέπει να υπάρχει εκείνος που αναλαμβάνει την ευθύνη, εκείνος που αναδεικνύει τον χαρακτήρα. Δεν μπορείς να παίξεις στο «Σαν Σίρο» ή το «Ολίμπικο», αν δεν έχεις προσωπικότητα. Τεχνικές αρετές, είναι αλήθεια ότι μπορεί να έχουν όλοι. Ο χαρακτήρας και η προσωπικότητα όμως είναι που κάνουν τον παίκτη κατάλληλο για τη μεγάλη ομάδα. Για καιρό, στην πόλη της μόδας, ο Ματεράτσι είχε γίνει σχεδόν ανέκδοτο. Ήταν κάτι σαν «μπαμπούλας» για τα μικρά παιδιά, «σούπερ ήρωας» για τους οπαδούς της Ίντερ, ο «κακός» για τους οπαδούς της Μίλαν.

Αξέχαστα τα ντέρμπι, στα οποία με τον υπερβάλλοντα ζήλο του, έθεσε σε σοβαρό κίνδυνο την καριέρα του Σεβτσένκο ή του Ιντζάγκι. Δεν περιοριζόταν, μόνο στις βρισιές, τα «ύπουλα» και «βρώμικα» κάτω από τη μέση χτυπήματα, τις γονατιές και τον εκνευρισμό του αντιπάλου. Υπήρχαν περιπτώσεις, όπου στην κυριολεξία κυνηγούσε αστράγαλο, επί τούτου. Κάποτε, η παλιά καραβάνα, ο Μπίλι Κοστακούρτα του είπε׃  «Σταμάτα, τι κάνεις? Δεν το καταλαβαίνεις ότι θα σε επικηρύξει όλη η Σέριε A»? Και η απάντηση του ήταν׃ «Δεν είμαι άγιος, αλλά δε θα κάνω και την παρθένα, όπως κάνετε εσείς».

Πίσω από τη δίψα για νίκη, πίσω από την ανάγκη επιβεβαίωσης της ανωτερότητάς του, ο Μάρκο έκρυβε ποιος ξέρει τι. Ίσως, τελικά, να ήταν έτσι φτιαγμένος, να είχε την πεποίθηση ότι μονάχα μ’ αυτόν τον τρόπο θα επιβιώσει στη «ζούγκλα» του επαγγελματικού τοπ ποδοσφαίρου, σε τόσο υψηλό επίπεδο. Ακροβατώντας μεταξύ λατρείας και μίσους. Λατρεία για τους οπαδούς της ομάδας του, μίσος για όλους τους υπόλοιπους. Μια, τρόπον τινά, φιλοσοφία «μόνος μου κι όλοι σας». Στην πραγματικότητα, θεωρούσε ότι ο αγωνιστικός χώρος είναι πεδίο μάχης, ότι το παιχνίδι είναι ένας πόλεμος, στον οποίον όλα επιτρέπονται και ισχύουν μόνο οι άγραφοι νόμοι των τεσσάρων γραμμών. Κι όλα τέλειωναν με το τελευταίο σφύριγμα, όλα επέστρεφαν σε κανονικούς ρυθμούς, με όλους τους εμπλεκομένους να ξεχνούν όσα προηγήθηκαν στο πράσινο χόρτο. Οι διαμαρτυρίες εκ των υστέρων που γίνονταν μετά, τη λήξη των αγώνων τις θεωρούσε… ας πούμε… γελοίες. Όπως πολύ εύστοχα έλεγε ήταν «ανέξοδη γκρίνια» από ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουν πόσα διακυβεύονται στο γήπεδο, που δεν έχουν εικόνα συνθηκών και ψυχολογίας ενός αγώνα.

Πιο εμβληματικό απ’ όλα τα επεισόδια στα ιταλικά γήπεδα θεωρώ εκείνο με συμπρωταγωνιστή τον «δικό μας» Τσιρίλο. Ο Μπρούνο,  αγωνιζόταν στη Σιένα, εκείνη τη στιγμή. Ο Μάρκο Ματεράτσι ήταν τιμωρημένος, αλλά είχε κατέβει με πολιτικά δίπλα στον πάγκο, εμψύχωνε τους συμπαίκτες του, έβριζε τους αντιπάλους, εκνεύριζε τον βοηθό, διαμαρτυρόταν στον τέταρτο. Σε μια φάση κοντά στη γραμμή, φωνάζει στον συμπαίκτη του, Κίλι Γκονζάλες׃ «Πέρνα τον, τον έχεις, είναι λίγος, είναι πουθενάς». Ο Τσιρίλο το ακούει, το κρατάει, το φυλάει και, με τη λήξη, πάει στα αποδυτήρια να ζητήσει τον λόγο. Η απάντηση του Ματεράτσι είναι μια γροθιά, ο Τσιρίλο βγαίνει σε ζωντανή μετάδοση, επιδεικνύοντας το πρησμένο ζυγωματικό, το σχισμένο χείλος׃ «Κοιτάξτε μόνοι σας. Δεν ήρθα για να κλαφτώ, θέλω να δείτε όλοι τι άνθρωπος είναι ο Ματεράτσι. Μόνο αυτό». Η απάντηση του ήταν׃ «Αυτά συμβαίνουν, λυπάμαι γι’ αυτό που έγινε, το πράγμα ξέφυγε και δεν έπρεπε να γίνει». Ο  αποκλεισμός του ήταν δίμηνος. Το κακό όμως δεν έμεινε εκεί.  Από εκείνο το σκηνικό ξεκίνησε, ένα κύμα διαμαρτυριών ακόμα και από ποδοσφαιριστές που τον είχαν αντιμετωπίσει παλαιότερα. Δεσπόζει η τοποθέτηση του Τζίτζι Λεντίνι, ο οποίος είπε ευθαρσώς ότι πρόκειται για επικίνδυνο άτομο που δεν είναι ποδοσφαιριστής. Όλα θα έμεναν σαν «εσωτερικοί θρύλοι», σαν «μυστικά» του (calcio), χωρίς το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006. Ο Ματεράτσι ήταν ήδη διεθνής, αλλά στη «σκιά» του μεγάλου Αλεσάντρο Νέστα. Ο τραυματισμός του κορυφαίου όμως, βρίσκει τον Μάρκο αναπάντεχα βασικό (από το τρίτο παιχνίδι, εκείνο εναντίον της Τσεχίας), σε μια «Σκουάντρα Ατζούρα», η οποία αγωνιζόταν στα γερμανικά γήπεδα, υπό τη δαμόκλειο σπάθη του σκανδάλου «καλτσιόπολις» (calciopolis). Τηλεφωνικές υποκλοπές, στημένα παιχνίδια, παράνομο στοίχημα, διαφθορά σε όλα τα επίπεδα.

Ο Ματεράτσι από εφεδρικός ξαφνικά βασικός, με γκολ στο ντεμπούτο αλλά και μια κόκκινη κάρτα στη φάση των «16» κόντρα στην Αυστραλία. Εξαιτίας της οποίας χάνει τον προημιτελικό με την Ουκρανία του Σεφτσένκο. Όταν εκτίει την ποινή, ο  Μαρτσέλο Λίπι, δεν έχει κανέναν  ενδοιασμό και τον επαναφέρει στην ενδεκάδα. Στον τελικό με τη Γαλλία δεν είναι ώρα ούτε για πειραματισμούς, ούτε για παιχνιδίσματα. Ο Ματεράτσι έχει κάνει κυριολεκτικά τα πάντα στον αγώνα. Χωρίς αμφιβολία και καμία αμφισβήτηση από κανέναν είναι ο απόλυτος πρωταγωνιστής σε όλες τις πράξεις του έργου. Κάνει το πέναλτι στον Μαλουντά, με το οποίο προηγείται η Γαλλία. Ισοφαρίζει με κεφαλιά μετά το κόρνερ του Πίρλο, προκαλεί την κόκκινη κάρτα του κορυφαίου του ματς και απόλυτου πρωταγωνιστή του Παγκοσμίου Κυπέλλου, Ζινεντίν Ζιντάν. Ακριβώς εδώ, στην τελευταία πράξη, κρύβεται και η κορύφωση του δράματος. Ο Ζιντάν είπε׃ «Προτιμώ να πεθάνω, παρά να ζητήσω συγγνώμη από έναν κακό άνθρωπο. Τα βάζω με τον εαυτό μου για αυτό που έκανα, αλλά, εάν ζητούσα συγγνώμη, θα ήταν σαν να παραδεχόμουν ότι έκανε κάτι φυσιολογικό. Ξέρετε, στο γήπεδο, στο χορτάρι, συμβαίνουν πολλά. Εγώ δεν άντεξα. Δεν είναι δικαιολογία, αλλά, εκείνη τη στιγμή, δεν άντεξα και αντέδρασα. Αν ήταν οποιοσδήποτε άλλος, ο Κακά, ένα καλό παιδί, θα του ζητούσα αμέσως συγγνώμη. Σ’ αυτόν όχι. Σ’ αυτόν ποτέ».

Είναι τα λόγια του μετά από ένα από τα πλέον εμβληματικά στιγμιότυπα τελικού Παγκοσμίου Κυπέλλου στην ιστορία. Ένα σκηνικό που διατηρείται ακόμη ζωντανό, μια αποβολή που δεν θα ξεχαστεί ποτέ, γιατί, αν δεν συνέβαινε, πραγματικά θα παραήταν «κινηματογραφική» για να είναι αληθινή. Ο Γαλλοαλγερινός ήταν ο φυσικός ηγέτης της Γαλλίας στο Μουντιάλ. Την είχε πάρει από το χέρι και την οδηγούσε στον θρίαμβο. Όλος ο πλανήτης ταπεινά και με σιγουριά υποκλινόταν μαζικά στο σπάνιο ταλέντο του, όλη η θετική ενέργεια των ουδετέρων ήταν μαζί του, διότι ήταν το τελευταίο του παιχνίδι μετά από μια συγκλονιστική καριέρα, είχε σκοράρει με ένα απίθανο σε εκτέλεση πέναλτι, είχε υποχρεώσει τον Μπουφόν σε μια κορυφαία απόκρουση, σχεδόν ανάλογη εκείνης του Μπανκς, στο Μουντιάλ του ’70, στο Μεξικό. Ο Ματεράτσι ήταν η ανάσα του, όταν ο Ζιζού κινείτο στο τελευταίο τέταρτο του γηπέδου. Κολλούσε επάνω του, μιλούσε, τραβούσε, χρησιμοποιούσε θεμιτά και αθέμιτα μέσα, για να τον σταματήσει, να τον εκνευρίσει, να τον θέσει εκτός ρυθμού αγώνα. Αυτό έκανε πάντα, αυτό έκανε και με τον Ζιντάν.

Σε μια φάση, κατά την οποία ο Ζιντάν είναι με πλάτη στο τέρμα, ο Ματεράτσι είναι ασφυκτικά κολλημένος επάνω του, τραβάει τη φανέλα, δεν τον αφήνει να κινηθεί. Ο Γάλλος  γυρίζει αργά και με  αυτό το ειρωνικό αλλά μειλίχιο ύφος, του λέει: «Άκου, αν θες τόσο πολύ τη φανέλα μου, να στη δώσω, στο τέλος του παιχνιδιού». Η αντίδραση του Ιταλού ενστικτώδης, άμεση, βγαλμένη από τα καλντερίμια του Σαλέντο: «Όχι, προτιμώ να μου δώσεις την πουτάνα την αδερφή σου». Αυτό ήταν. Ο Ζινεντίν ως γνήσιο «Αλγερινό λιοντάρι», κοντοστέκεται για ένα δυο δευτερόλεπτα, συνειδητοποιεί τι άκουσε και επιτίθεται ως αυθεντικό τέκνο των κακόφημων δρόμων της Μασσαλίας. Αυτόματη αντανακλαστική κουτουλιά με το πρόσωπο, στο γαλάζιο μεσογειακό στήθος. Δυνατή, όχι χάδι. Ο Ματεράτσι σαν να τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα αυτόματα πέφτει στο έδαφος, η εντύπωση είναι ότι επέτεινε και λίγο τον «πόνο», το εύρος της πτώσης ήταν μια οσκαρική ερμηνεία γραμμένη από χέρι του καλύτερου σκηνοθέτη.

Όλοι στο γήπεδο σαστίζουν. Εκατομμύρια τηλεθεατές περιμένουν το replay της τηλεόρασης. Στο στόμα όλων μια φράση׃ «Δεν γίνεται ο Ζιντάν, αποκλείεται ο Ζιντάν». Κι όμως, ήταν ο… Ζιντάν. Η εικόνα να περπατά με το κεφάλι σκυφτό, μετά την αναπόφευκτη αποβολή του, περνώντας δίπλα από το Παγκόσμιο Κύπελλο που έλαμπε στην τροπαιοθήκη της FIFA, μένει βαθιά χαραγμένη στο θυμικό. Όλος ο πλανήτης «πάγωσε». Για πρώτη φορά στην ιστορία,  έγειραν τα πάντα  προς την πλευρά του θύτη και όχι του θύματος. Δεν ήταν ακόμη γνωστό τι του είπε, τι συνέβη, για ποιον λόγο προκλήθηκε η συγκεκριμένη αντίδραση. Η ζωή συνεχίστηκε, το ματς το ίδιο συνεχίστηκε, οδηγήθηκε στα πέναλτι, ο Ματεράτσι σκόραρε και το δικό του πέναλτι, η Ιταλία έζησε το παραμύθι της. Το σκηνικό ταξίδεψε σε όλον τον κόσμο, έγινε meme (ακόμη είναι), θα μιλούν γι’ αυτό άνθρωποι που είναι ακόμη αγέννητοι.

Πιθανόν είναι το επιμύθιο της καριέρας του ίδιου του Ματεράτσι, το τεράστιο τίμημα μιας καριέρας γεμάτης τίτλους, τους κορυφαίους τίτλους που υπάρχουν στο ποδόσφαιρο. Πρωταθλήματα, Κύπελλα, Τσάμπιονς Λιγκ, Παγκόσμιο Κύπελλο. Στην ουγιά κάτι απροσδιόριστο, η στάμπα του «κακού», ο ψίθυρος του παρία σε έναν χώρο υποτίθεται καθαρό, μακριά από σκοπιμότητες και «κώδικες του δρόμου». Μια φορά μονάχα «έσπασε» και «λύγισε» ο Μάρκο. Όταν συνάντησε στην καριέρα του τον άνθρωπο που τον κατάλαβε και τον ένιωσε περισσότερο και από τον πατέρα του. Το αποκορύφωμα των σχέσεών του με τους προπονητές δεν ήρθε ούτε με τον «κύριο» Λίπι, ούτε με τρελούς, όπως ο Ματσόνε και ο Κόσμι. Με τον Μουρίνιο η ένωση ήταν αυτόματη, είναι δυο προσωπικότητες φτιαγμένες η μία για την άλλη. Οι λυγμοί του Ματεράτσι στην αγκαλιά του Ζοσέ, στη Μαδρίτη, μετά την κατάκτηση του «Τσάμπιονς Λιγκ» με την Ίντερ, εκεί, παράμερα, πάνω στο πεζοδρόμιο, αναμένοντας το λεωφορείο της επιστροφής. Εκεί, όπου θεωρούσε ότι δεν υπάρχουν κάμερες. Εκεί, όπου επέτρεψε στον εαυτό του να αφεθεί. Το κλάμα του Μάρκο, έχω την αίσθηση ότι ήταν πολύ πιο εσωτερικό, πολύ πιο βαθύ σε σχέση με το ίδιο το επίτευγμα της Ίντερ. Ξέσπασε στο μοναδικό ώμο που θεωρούσε ότι τον κατάλαβε στο σύγχρονο ποδόσφαιρο. Ξέσπασε στην αγκαλιά του  ανθρώπου, που έκανε το αίσθημα της αδικίας επιστήμη.

Κατά τα λοιπά και για όλη του την υπόλοιπη διαδρομή, έμεινε ο ίδιος. Απαράλλακτος, ακίνητος, σταθερός στον ρόλο του «σκληρού», του «κακού». Ακόμα και πρώην συμπαίκτες του αποφεύγουν να μιλήσουν για εκείνον. Ορισμένοι, όπως ο Ιμπραḯμοβιτς και ο Λούσιο, δεν περιορίζονται στο «ουδέν σχόλιο» και κάνουν λόγο για έναν τύπο με απωθημένα, έναν κακό άνθρωπο που είχε στόχο να βλάψει τους αντίπαλους ποδοσφαιριστές και δεν είχε κανένα πρόβλημα να το παραδεχτεί. Ένα καταπληκτικό σκηνικό ήταν τότε που ο Ζλάταν, τον τραυμάτισε με κλωτσιά κουνγκ φου στο στομάχι και τον έστειλε στο νοσοκομείο!! Μάλιστα, είχε πει ότι το σχεδίαζε και το περίμενε τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Και όμως ο «Μάτριξ» γύρισε σε χρόνο ρεκόρ ξανά στην αγωνιστική δράση. Ο πρώην αρχηγός της Βραζιλίας σημειώνει׃ «Και τώρα που δεν παίζει, εξακολουθεί να συμπεριφέρεται με τον ίδιο τρόπο». Μετά από δεκαετή καριέρα στην Ίντερ και ολοκλήρωσε την περιπέτειά του στην Ινδία, κάνοντας, στα «γεράματα», τον παίκτη προπονητή. Στις 22 Σεπτεμβρίου 2014, υπέγραψε στην Τσενάιγιν (Chennaiyin FC), στην εναρκτήρια σεζόν της ινδικής Σούπερ Λιγκ. Το συμβόλαιο ήταν για δύο σεζόν  και η αμοιβή του ήταν ένα εκατομμύριο δολάρια το χρόνο. Στις 28 Νοεμβρίου, έφερε τον πρώην διεθνή αμυντικό και φίλο του Αλεσάντρο Νέστα από τη «σύνταξη» για να παίξει για την Τσεναγιίν μέχρι το τέλος της σεζόν. Συνολικά έπαιξε σε 453 παιχνίδια και πέτυχε 55 γκολ! Με τη φανέλα της εθνικής είχε αγωνιστεί σε 41 αγώνες και έστειλε δύο φορές τη μπάλα στα δίχτυα. Και οι δύο ήταν στο Παγκόσμιο Κύπελλο που βγήκε πρώτος σκόρερ της «δοξασμένης» μπλε φανέλας μαζί με το Λούκα Τόνι!!

Κατέκτησε αρκετούς τίτλους. Πήρε με την Ίντερ τα πάντα κυριολεκτικά. Πέντε πρωταθλήματα Ιταλίας, τέσσερα Σούπερ Καπ, τέσσερα Κύπελλα, ένα Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων, το Τσάμπιονς Λιγκ και φυσικά το Παγκόσμιο Κύπελλο με την εθνική. Σε ατομικό επίπεδο βγήκε ο αμυντικός της Χρονιάς το 2007 στο ιταλικό πρωτάθλημα. Ενώ την ίδια σεζόν ανήκε και στην καλύτερη ενδεκάδα που ψήφισε ο  ESM. Το 2006 και 2007 ήταν υποψήφιος FIFPro World XI και τέλος το 2021 η ομάδα του η Ίντερ τον κατάταξε στους Hall of Fame της ιστορίας της. Ήταν μια αμφιλεγόμενη και προκλητική φιγούρα στο χώρο του ποδοσφαίρου. Πήρε πάνω από 60 κίτρινες κάρτες και 7 κόκκινες. Τον σύγκριναν πολλές φορές τα ΜΜΕ, με τον παλιό αμυντικό Πασκουάλε Μπρούνο, που και αυτός δεν ήταν, και το καλύτερο παιδί. Μια μεγάλη αναγνώριση στο πρόσωπο του ήταν τη στιγμή που οι «Times» έβαλαν τον Ματεράτσι στο νούμερο 45, στη λίστα τους, με τους 50 πιο σκληρούς ποδοσφαιριστές στην ιστορία!!

Στην ιδιωτική του ζωή,  έχει μια αδερφή που τη λατρεύει, τη Μόνια. Η οποία ήταν παντρεμένη με τον Μαουρίτσιο Μαεστρέλι, γιο του πρώην προπονητή Τομάσο Μαεστρέλι. Στις 28 Νοεμβρίου 2011 η αγαπημένη αδερφή του Μάρκο, ένιωσε ξανά τον πόνο όταν πέθανε ο άντρας της. Και εκεί ο Μάρκο φάνηκε για άλλη μια φορά, πόσο κοντά στην οικογένεια του είναι, αφού τη στήριξε όσο τίποτα άλλο. Ο αδελφός του Ματέο είναι μάνατζερ. Και αυτός χρωστάει τις σπουδές του και ότι κατάφερε να πετύχει στη συνέχεια στη ζωή του στον «Μάτριξ». Όπως δήλωσε ο πατέρας του κάποτε, ο Μάρκο μεγάλωσε ως υποστηρικτής της Λάτσιο. Φυσικά η καρδιά του είναι στα χρώματα των «νερατζούρι» με όλα αυτά που πέρασε και έζησε εκεί. Τον Σεπτέμβριο του 2007, κυκλοφόρησε την αυτοβιογραφία του με τίτλο «Una vita da guerriero» (Η ζωή ενός πολεμιστή) που δημοσιεύτηκε από τους δημοσιογράφους Andrea Elefante (από Gazzetta dello Sport) και Roberto De Ponti (από την Corriere della Sera). Στις 23 Ιουνίου του 1997 παντρεύτηκε την αγαπημένη του Ντανιέλα, με την οποία έχει τρία παιδιά. Την Άννα, τον Νταβίντε και τον Τζιανμάρκο. Αυτή την περίοδο απολαμβάνει την οικογένεια του, ενώ έχει και το δίπλωμα προπονητή. Φυσικά και λέει τη γνώμη του για κάθε τι που έχει σχέση με το χώρο του ποδοσφαίρου.

Δείχνει, πλέον, μετά από όλα αυτά, να το έχει φιλοσοφήσει, να έχει αποδεχθεί ανοιχτά και τον ρόλο και τη στάση του καθ’ όλη την πολυετή καριέρα του: «Έκανα πολλές ανοησίες στη ζωή μου. Έριξα, αλλά και έφαγα πολλές γροθιές. Κανονικές και μη. Φυσικά και ποτέ μου δεν αντέδρασα σε τίποτα.  Όλες μου τις τιμωρίες γενικά τις δέχτηκα χωρίς διαμαρτυρίες γιατί ήταν σωστές. Στον κόσμο αρέσει να μιλάει και να κρίνει. Θα σταματήσω να συμπεριφέρομαι κατ’ αυτόν τον τρόπο, όταν σταματήσουν να μιλάνε και να κρίνουν. Μέχρι τότε, όσοι μιλάνε, ας μιλούν. Και, όσοι κρίνουν, κρίνονται».

Δεν είναι ξεκάθαρο εάν τον ρούφηξε η «περσόνα» του, εάν είναι όντως έτσι φτιαγμένος, εάν «έχτισε» επάνω στον χαρακτήρα του. Με βάση το παρελθόν, τις καταβολές, τον προσωπικό του σταυρό, που κουβαλούσε στον ανήφορο από την εφηβεία του, μάλλον απ’ αυτά τα υλικά είναι πλασμένος, αλλά, στην πορεία, αποφάσισε ότι μόνο διά της επιβολής μπορούσε να επιβιώσει σε έναν χώρο που θα τον «κατάπινε». Προτίμησε να ξυπνά μίσος, πιθανόν γιατί φοβόταν να δοκιμάσει τον αντίθετο πόλο. Συναίσθημα είναι και το μίσος, τρόπος έκφρασης. Και, πολλές φορές, κρύβει μέσα του και μια συντετριμμένη αγάπη…

Από τον Ευστράτιο Φωτεινό

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here