Όλοι γνωρίζουμε ότι το ποδόσφαιρο το έφεραν οι Άγγλοι. Ότι η «μητέρα» του «βασιλιά των σπορ» είναι η «Γηραιά Αλβιόνα». Όμως εδώ  ταιριάζει απόλυτα η λαϊκή παροιμία׃ «Άλλος έχει το όνομα και άλλος τη χάρη». Γιατί μία είναι η χώρα πάνω στον πλανήτη, που είναι η πραγματική «Βασίλισσα» της «στρογγυλής θεάς». Και βρίσκεται όχι στην Ευρώπη, αλλά στη Νότια Αμερική. Η τεράστια, μυθική Βραζιλία. Το κράτος που «γεννά» όχι μόνο απίστευτες, θεϊκές καλλονές με καλλίγραμμα κορμιά, αλλά ποδοσφαιριστές «καλλιτέχνες», και «μάγους» της μπάλας. Η εθνική που έπαιξε το εντυπωσιακότερο ποδόσφαιρο όλων των εποχών με «αστέρια» που δε χόρταινες να βλέπεις. Με τρομερούς συνδυασμούς, χορευτικές κινήσεις και με το ανεπανάληπτο joga bonito (παίξε όμορφα/ελεύθερα) να σαρώνει τους πάντες.

Η Βραζιλία από το 1958 μέχρι το 1970 που ήταν το αποκορύφωμα της, κατέκτησε τρία Παγκόσμια Κύπελλα σε τέσσερις διοργανώσεις. Και ο τεράστιος ποδοσφαιριστής, που έχουμε στο σημερινό αφιέρωμα ήταν πρωταγωνιστής. Ίσως και λιγάκι αδικημένος από την ιστορία, αφού τα «φώτα» της δημοσιότητας, έπεφταν πιο πολύ στα άλλα παιδιά που «μάγευαν». Τον Πελέ, τον Γκαρίντσα, τον Ντίντι. Όμως αυτό διόλου τον ενοχλούσε. Η ομάδα να νικούσε μόνο και ήταν ευχαριστημένος. Σήμερα το art of football σας παρουσιάζει τον απίστευτο Βαβά. Τον παίκτη που τα παρατσούκλια του ήταν «Peito de Aço» (Ατσάλινο Στήθος) και «Leăo de Copa» (Λιοντάρι του Κυπέλλου).

Το πλήρες όνομα του ήταν Εντβάλντο Ζιζίντιο Νέτο (πορτογαλικά: Edvaldo Jizídio Neto). Φυσικά όλοι τον γνωρίζουν ως Βαβά (Vavá). Γεννήθηκε στις 12 Νοεμβρίου του 1934 στο Ρεσίφε. Προερχόταν  από τη φτωχή βορειοανατολική πολιτεία του Περναμπούκο. Ξεκίνησε την καριέρα του στο σύλλογο της περιοχής του τη Σπορτ Ρεσίφε. Ήταν μόλις 15 ετών. Από το 1948 μέχρι σχεδόν το τέλος του 1952 κάθισε στην ομάδα των «λιονταριών». Στη συνέχεια αποφάσισε να κάνει το επόμενο βήμα στην καριέρα του. Μετακόμισε στην τεράστια Βάσκο ντα Γκάμα στο τέλος του 1952. Το ντεμπούτο του στους «vascao», έγινε στις 17 Ιανουαρίου του 1953, στον αγώνα πρωταθλήματος Καριόκα, κόντρα στη Μπάνγκου Ατλέτικο. Με την πρώτη του εμφάνιση σημείωσε το νικητήριο γκολ τίτλου, στο τέταρτο λεπτό του δεύτερου ημιχρόνου. Με αυτό διαμόρφωσε το τελικό 2–1. Συνέχισε να πρωταγωνιστεί με την ομάδα του Ρίο, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας, και κέρδισε πολλούς τίτλους. Το 1957 συμμετείχε με τη ομάδα του, στο Τουρνουά του Παρισιού κάνοντας την έκπληξη. Στις 12 Ιουνίου του 1957 νίκησε στον ημιτελικό τη Ρασίνγκ Κλαμπ Παρί με 3-1. Δυο μέρες αργότερα η Βάσκο έκανε την τεράστια έκπληξη νικώντας με 4-3 τη Ρεάλ που σάρωνε τα Κύπελλα Πρωταθλητριών εκείνη την εποχή. Μάλιστα σκόραρε στον τελικό και ήταν ο ηγέτης της ομάδας. Η νίκη αυτή απέναντι στην Πρωταθλήτρια Ευρώπης εγκωμιάστηκε από τον ευρωπαϊκό τύπο.

Την επομένη του αγώνα της Βάσκο με τη Ρεάλ Μαδρίτης, ο Ζακ Φεράν έγραψε στην εφημερίδα «L’Équipe»: «Και μετά, ξαφνικά η Ρεάλ εξαφανίστηκε κυριολεκτικά. Θα μπορούσε να είναι τα ανοιχτά κόκκινα πουκάμισα ή τα λυπημένα μπλε σορτς που αποδυνάμωσαν την υπέροχη ισπανική ομάδα? Όχι, απλά τα υπέροχα κορμιά εμφανίστηκαν ξαφνικά στην άλλη πλευρά, σφιγμένα στις άσπρες φανέλες με τη μαύρη ζώνη, έντεκα ποδοσφαιριστών, έντεκα μαύρων διαβόλων που φρόντιζαν την μπάλα και δεν την άφηναν ποτέ να φύγει. Την επόμενη μισή ώρα η απίστευτη, εκπληκτική εντύπωση που είχαν όλοι, ήταν ότι η μεγάλη πρωταθλήτρια Ευρώπης Ρεάλ Μαδρίτης, ο άθικτος νικητής όλων των ευρωπαϊκών αστέρων μάθαινε να παίζει ποδόσφαιρο». Η στήλη «Journal of Sports», που την έγραφε ο Μάριο Χούλιο Ροντρίγκες (Mario Julio Rodrigues), ανέφερε ότι ήταν η πρώτη φορά που κατέκτησε έναν παγκόσμιο τίτλο η Βάσκο ντα Γκάμα. Παρά το γεγονός ότι ορισμένοι σύλλογοι είχαν ονομαστεί παγκόσμιοι πρωταθλητές στο παρελθόν. Όπως η Παλμέιρας το 1951.

Να πούμε εδώ δυο λόγια για εκείνη τη διοργάνωση του 1951. Το Κόπα Ρίο διεξήχθη εκείνη τη χρονιά με οκτώ ομάδες από όλο τον κόσμο. Βάσκο Ντα Γκάμα, Αούστρια Βιέννης, Νασιονάλ, Σπόρτινγκ Λισσαβώνας, Παλμέιρας, Γιουβέντους, Ερυθρός Αστέρας και Μαρσέιγ συμμετείχαν, ενώ είχαν αρνηθεί την πρόσκληση Μάλμε, Ραπίντ Βιέννης, Τότεναμ, Νιουκάστλ, Μπαρτσελόνα και Λωζάννη. Ήταν η πρώτη καταγεγραμμένη προσπάθεια για ένα κύπελλο με συμμετοχή ομάδων από όλων των κόσμου, με την Παλμέιρας να το κατακτά νικώντας στον τελικό τη Γιουβέντους. Το 2006, ο βραζιλιάνικος σύλλογος ζήτησε να αναγνωριστεί από τη ΦΙΦΑ επισήμως ο τίτλος του και μετά είπαν ότι αναγνωρίζεται, αλλά μετά είπαν ότι δεν αναγνωρίζεται, το 2013 είπαν ξανά ότι αναγνωρίζεται για να πουν μετά ξανά ότι δεν αναγνωρίζεται. Τραγικά πράγματα! Έτσι το 1957 η «Jornal dos Sports» επίσημα έγραψε, ότι ένας σύλλογος από τη Νότια Αμερική, ονομαζόταν παγκόσμιος πρωταθλητής επειδή κέρδισε έναν πρωταθλητή του Κυπέλλου Ευρώπης. Έτσι με όλα αυτά, ήρθε επίσημα και αναγνωρισμένα το Διηπειρωτικό Κύπελλο και ησυχάσαμε όλοι.

Το 1958 έκανε άλμα και πήρε μεταγραφή για την Ατλέτικο Μαδρίτης. Είχε πολύ πετυχημένη πορεία και στάθηκε στο ύψος του. Ο Βαβά απόλαυσε πολύ τα χρόνια του στη Μαδρίτη, αλλά προτίμησε την ευελιξία των Βραζιλιάνων προπονητών όπως είπε׃ «Έχουν τις θεωρίες τους, αλλά δεν παγιδεύουν τους παίκτες τους μαζί τους. Αναγνωρίζουν ότι ένας καθιερωμένος παίκτης είναι άνθρωπος με επιτεύγματα, λάτρης του παιχνιδιού και έχει την ικανότητα να αλλάξει την πορεία μιας μάχης με δική του πρωτοβουλία όταν χρειάζεται». Το 1961 επέστρεψε στη πατρίδα του και στην Παλμέιρας. Στη «Verdão» αγωνίστηκε για τρία χρόνια. Το 1965 πήγε στο Μεξικό και στην Κλαμπ Αμέρικα. Μετά το 1968 αποφάσισε να δείξει, τι σημαίνει αληθινό ποδόσφαιρο στους Αμερικάνους της Σαν Ντιέγκο Τόρος. Ενώ το 1969 ολοκλήρωσε την ποδοσφαιρική του καριέρα στην Πορτουγκέσα.

Κατέκτησε πολλούς τίτλους. Με τη Ρεσίφε, το 1949 πήρε το Πρωτάθλημα Περναμπουκάνο. Ενώ με τη Βάσκο ντα Γκάμα τρεις φορές το Πρωτάθλημα Καριόκα. Το 1952, το 1956 και το 1958. Ταυτόχρονα το Τουρνουά Ρίο – Σάο Πάολο το 1958. Το Τετραγωνικό τουρνουά του Ρίο το 1953. Το Κύπελλο «Oswaldo Cruz» το 1955 και το 1958. Φυσικά το Τουρνουά Παρισιού το  1957. Το  Τουρνουά «Rivadavia Corrêa Meyer» (Ρίο) το 1953. Το Τουρνουά «Santiago de Chile» το 1957 και τέλος το Τρόπαιο «Theresa Herrera» το 1957. Στην Ισπανία με τους «ροχιμπλάνκος» σήκωσε δύο συνεχόμενα Κύπελλα. Το 1960 και το 1961. Με την Παλμέιρας το Πρωτάθλημα Παουλίστα το 1963 και το Κύπελλο «Oswaldo Cruz» το 1962. Ενώ τέλος στο Μεξικό κατέκτησε με την Κλαμπ Αμέρικα το πρωτάθλημα το 1965. Συνολικά είχε πάνω από 700 συμμετοχές και πάνω από 300 γκολ. Με τη Βάσκο σημείωσε 191 τέρματα σε επίσημους και φιλικούς αγώνες. Μάλιστα το 1958 αναδείχτηκε παίκτης της χρονιάς για το σύλλογο! Δυστυχώς δεν μπορούμε να σας πούμε ακριβώς τα νούμερα γιατί εκείνες τις εποχές δεν υπήρχαν και τα ακριβέστερα στατιστικά. Ήταν δυνατός παρότι μόνο 1,74 και τρομερά ευφυής. Έβαζε γκολ με κάθε τρόπο. Ένας μαχητικός ηγέτης με εξαιρετική, απίστευτη τεχνική. Δε βγήκε τυχαία το «Ατσάλινο Στήθος». Αφού παρά τους συχνούς τραυματισμούς στην αρχή της καριέρας, συνέχιζε να βάζει τα πόδια του στη «φωτιά». Όταν ξεκίνησε, ο Ζεντίλ Καρντόσο και οι προηγούμενοι προπονητές τον είχαν στο κέντρο. Ώσπου ήρθε ο Φλάβιο Κόστα και του άλλαξε θέση. Τον πήγε στην κορυφή της επίθεσης και τα γκολ έμπαιναν «βροχή».

Εκεί που πραγματικά έλαμψε ήταν στην εθνική. Μια ομάδα «όνειρο» με παίκτες από άλλο πλανήτη. Δεν νικούσαν απλά, αλλά διέσυραν τους πάντες στο διάβα τους. Δεν ήξερες ποιον να μαρκάρεις και από ποιον να γλιτώσεις. Ξεκίνησε από την Ολυμπιακή ομάδα της Βραζιλίας. Συμμετείχε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1952 στο Ελσίνκι. Εκεί σημείωσε ένα γκολ σε τρεις αγώνες. Το γκολ το πέτυχε μπροστά σε 10.000 θεατές απέναντι στην Ολλανδία στο τελικό 5-1. Έβαλε το τελευταίο γκολ της ομάδας στο 86’ λεπτό με μια εκτέλεση φάουλ που θύμιζε το παιδικό παιχνίδι «κουτσό»! Μπορεί να μην κατάφερε να πάρει ένα μετάλλιο, αλλά το όνομα του άρχισε να ακούγεται και να αποκτά θαυμαστές. Έκανε το ντεμπούτο του με την εθνική Βραζιλίας το 1955. Μία μόλις μέρα αφού είχε κλείσει τα 21 του, στις 13 Νοεμβρίου. Η «Σελεσάο» επικράτησε με 3–0 της Παραγουάης στο «Μαρακανά». Η καθιέρωση ήρθε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958. Όταν ξεκίνησε η διοργάνωση, ο βασικός κεντρικός επιθετικός ήταν ο Ζοζέ Αλταφίνι. Αλλά τότε ο ομοσπονδιακός προπονητής της Βραζιλίας Φεόλα, έκανε μια κίνηση ματ. Στο τρίτο παιχνίδι του ομίλου φορές απέναντι στην Σοβιετική Ένωση προτίμησε το Βαβά και αυτός κατευθείαν σκόραρε δύο φορές. Με τα δικά του τέρματα ήρθε η νίκη με 2-0.

Στη Στοκχόλμη γινόταν ο τελικός. Η  Βραζιλία έπαιζε με τους οικοδεσπότες Σουηδούς. Οι Σουηδοί ήταν σίγουροι για τη νίκη τους. Πριν τον αγώνα μάλιστα οι δηλώσεις τους ήταν αλαζονικές και ρατσιστικές. Η Σουηδία προηγήθηκε με τον Λίντχολμ μόλις στο τέταρτο λεπτό. Αλλά ο Βαβά «μίλησε». Ισοφάρισε μέσα σε πέντε λεπτά, και μετά έδωσε το προβάδισμα στην εθνική του, φτάνοντας τα πέντε γκολ στη διοργάνωση. Μετά πήρε τη «σκυτάλη» ο Πελέ στα 17 του, και το τελικό 5-2 έκλεισε το «στόμα» στις προσβολές των υπερφίαλων γηπεδούχων. Η Βραζιλία είχε κερδίσει το πρώτο της Παγκόσμιο Κύπελλο.

Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1962 στη Χιλή, ο Βαβά ήταν από τους πρωταγωνιστές μαζί με τον Γκαρίντσα. Σημείωσε δύο τέρματα στον ημιτελικό με αντίπαλο τη Χιλή στη νίκη με 4-2. Ο κεντρικός επιθετικός είχε εξαιρετική απόδοση και στον τελικό με την Τσεχοσλοβακία, που εξασφάλισε στη Βραζιλία το δεύτερο Παγκόσμιο Κύπελλο. Στον αγώνα σημείωσε το τρίτο γκολ της εθνικής που στην ουσία κλείδωσε το δεύτερο συνεχόμενο Παγκόσμιο Κύπελλο για τους «καριόκας». Με το γκολ αυτό που ήταν το τέταρτο δικό του στη διοργάνωση βγήκε πρώτος σκόρερ στη διοργάνωση. Μόνο που δεν ήταν ο μόνος. Το βραβείο το μοιράστηκε με τους Φλόριαν Άλμπερτ, Γκαρίντσα, Ντράζαν Γιέρκοβιτς, Βαλεντίν Ιβανόφ και Λεονέλ Σάντσες. Με τέτοια πορεία, φυσικά ψηφίστηκε στην καλύτερη ενδεκάδα του Μουντιάλ. Ο Βαβά έγινε ο πρώτος παίκτης που σκόραρε σε δύο τελικούς Παγκοσμίου Κυπέλλου. Το επίτευγμα του ακολούθησαν στη συνέχεια άλλοι τρεις παικταράδες. Ο Πελέ, ο Πολ Μπράιτνερ και ο Ζινεντίν Ζιντάν. Όμως δεν έχει μόνο αυτό το ρεκόρ. Οι παίκτες που έχουν σκοράρει τρία γκολ, σε τελικό ή τελικούς είναι ο Πελέ, ο Τζεφ Χαρστ και ο Βαβά. Αλλά απ’ όλους μόνο ο Βαβά το έκανε σε δύο διαδοχικές διοργανώσεις. Το ρεκόρ του παραμένει μέχρι σήμερα!! Η τελευταία του συμμετοχή ήταν στις 3 Ιουνίου του 1964 στην ήττα με 3-0 από την Αργεντινή. Συνολικά αγωνίστηκε με τα κίτρινα της εθνικής 20 φορές και πέτυχε 15 γκολ. Το καταπληκτικό είναι ότι τα 9 από τα 15 τα πέτυχε σε Παγκόσμιο Κύπελλο! Έχει μπει στο «Hall of Fame» του Μουσείου Ποδοσφαίρου της Βραζιλίας! Ενώ είναι στη 45η θέση για τους καλύτερους παίκτες όλων των εποχών στη χώρα της σάμπα.

Παρέμεινε στο χώρο στη συνέχεια ως προπονητής. Ανέλαβε τις ισπανικές Κόρδοβα και Γρανάδα και την Αλ Ραγιάν από το Κατάρ. Την περίοδο 1980-1982 υπήρξε βοηθός προπονητή, του Τελέ Σαντάνα ντα Σίλβα στην εθνική ομάδα. Το αποκορύφωμα ήταν το ταξίδι στην Ισπανία για το Παγκόσμιο Κύπελλο. Στο ενδιάμεσο το 1981 οδήγησε την εθνική Νέων στο Παγκόσμιο Κύπελλο. Στα προημιτελικά όμως αποκλείστηκαν από το Κατάρ. Κάθισε ως προπονητής μόνο τέσσερις φορές. Είχε δύο νίκες, μία ισοπαλία και μία ήττα. Όμως συνέβαλε στην ανάδειξη παικτών, όπως ο Ζοσιμάο, ο Ζούλιο Σέζαρ και ο Μάουρο Γκαλβάο.

Είχε όμως ένα μεγάλο παράπονο και δυστυχώς έφυγε και με αυτό. Τα τελευταία 20 χρόνια της ζωής του είχε αποτραβηχτεί από το χώρο του ποδοσφαίρου. Αν και πολύ συχνά ενίσχυε εκείνος τη Βάσκο ντα Γκάμα! Τόσο πολύ την αγαπούσε. Ποιο ήταν το ευχαριστώ που εισέπραξε? Όταν ο σύλλογος συμπλήρωσε έναν αιώνα ζωής, αποφάσισε να βραβεύσει παλιές «δόξες» που τίμησαν με την παρουσία της τα χρώματα της. Ο Βαβά όχι μόνο δε βραβεύτηκε από τους πρώτους, αλλά δεν τον κάλεσαν καν. Αχαριστία και ντροπή!

Το Δεκέμβριο του 2000 υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο. Σε συνδυασμό με την αρθρίτιδα στο γόνατο τον καθήλωσαν σε αναπηρικό καροτσάκι. Έτσι εθεάθη στην κηδεία του Ντίντι το Μάιο του 2001. Οκτώ μήνες αργότερα, συγκεκριμένα στις 14 Ιανουαρίου, επρόκειτο να υπογράψει τα χαρτιά για τη συνταξιοδότηση του. Αλλά εκείνη τη μέρα δυστυχώς ξύπνησε άρρωστος. Παρά τις αντιρρήσεις του που είχε, με την παρακίνηση της γυναίκας του Μίριαμ, που μαζί έκαναν τέσσερα παιδιά, πήγε στο νοσοκομείο. Όμως δε βγήκε ποτέ ζωντανός. Μετά από πέντε μέρες και συγκεκριμένα, το Σάββατο στις 19 Ιανουαρίου του 2002 σε ηλικία 67 ετών «έφυγε» από τη ζωή. Υπέστη οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και εγκατέλειψε τα εγκόσμια. Η τελευταία του κατοικία βρίσκεται στο νεκροταφείο του Săo Francisco de Paula στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Τα λόγια του προέδρου της χώρας  Φερνάρντο Ενρίκε Καρντόζο ήταν׃ «Ο θάνατος του Βαβά αφήνει ένα τεράστιο κενό στο βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο. Απαράμιλλος σκόρερ ήταν ένα παράδειγμα παίκτη που αγωνιζόταν με πάθος και συναίσθημα».

Όμως ο Βαβά δεν πέθανε. Οι «Θρύλοι» δεν πεθαίνουν ποτέ. Απλά ταξίδεψε σε νέα γήπεδα. Με καινούριους θεατές, στις κερκίδες να τον αποθεώνουν και να τον επευφημούν. Πήγε πάνω, στο χόρτο του παραδείσου να συνεχίσει να ταλαιπωρεί τους δυστυχείς αντιπάλους. Από το «Λιοντάρι του Κυπέλλου» δε θα γλυτώσουν κυριολεκτικά ποτέ. Οι ντρίμπλες και τα γκολ που θα δέχονται από το «Ατσάλινο Στήθος» είναι αιώνια. Είπαμε… Βαβά και όλοι οι αντίπαλοι που τον αντιμετωπίζουν, ακόμα εκεί ψηλά, κλαίνε χάνονται ξανά!

 

Από τον Ευστράτιο Φωτεινό

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here