Εδώ και πάλι μαζί σας!
Μας λείψατε και σας λείψαμε από αυτό το μετερίζι. Σε όλους σας ευχόμαστε καλή χρονιά και ευτυχισμένος ο νέος χρόνος! Να έχετε υγεία, ευτυχία, τύχη και χαρά πάντα! Δυστυχώς το 2025 ήταν πολύ δύσκολη χρονιά και για αυτό ανέβηκαν τόσο λίγα άρθρα εδώ! Όμως πέρασαν τα άσχημα. Είμαστε μαζί σας ξανά και από εδώ και θα ανεβάζουμε πολλά άρθρα! Για εσάς τους πιστούς μας αναγνώστες που μας στηρίζετε παντού. Φυσικά μπορεί από εδώ να λείπαμε αλλά ήμασταν στο facebook, στο tiktok και σε άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Τώρα πια σε όλα θα είμαστε! Και φυσικά από εδώ. Από εδώ που ξεκίνησαν όλα! Και για πρώτο θέμα του 2026 επιλέξαμε τον παίκτη, που υποκλίθηκε μπροστά του ο τεράστιος και ανυπέρβλητος Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα! Ο ποδοσφαιριστής που αν ήθελε θα ήταν ένας από τους κορυφαίους όλων των εποχών! Ο λόγος για τον Χόρχε «Μάτζικο» Γκονζάλες!
Ας τα πάρουμε τώρα όλα από την αρχή όπως κάνουμε κάθε φορά.
Γεννήθηκε στη γειτονιά Λουζ του Σαν Σαλβαδόρ στις 13 Μαρτίου του 1958. Είχε επτά αδέλφια και μια αδελφή. Το πλήρες όνομα του είναι Χόρχε Αλμπέρτο Γκονζάλες Μπαρίλας. Σε αυτό το ισπανικό όνομα, το πρώτο ή πατρικό επώνυμο είναι Γκονζάλες (González) και το δεύτερο ή μητρικό οικογενειακό όνομα είναι Μπαρίλας (Barillas). Ο μεγαλύτερος αδελφός του, Μαουρίτσιο, ήταν και αυτός ποδοσφαιριστής που έγινε γνωστός σε τοπικό επίπεδο. Το ύψος του Χόρχε είναι 1.73 αλλά στον αγωνιστικό χώρο ήταν απολαυστικός. Για αυτό και το παρατσούκλι του ήταν «Εl Magico» (The Magical One ή The Wizard). Ξεκίνησε την επαγγελματική του καριέρα το 1975, στην Αντέλ (ANTEL) και την Ιντεπεντιέντε σε δύο σεζόν πριν μετακομίσει στη Φας (FAS) στη μεγάλη κατηγορία του Έλ Σαλβαδόρ.
Εκεί έγινε γνωστός ως ο «μάγος» (El Mago). Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1982 αυτός μαζί με τον Ντιέγκο Μαραντόνα θα ξεχωρίσουν. Ο ένας με την παγκόσμια πρωταθλήτρια Αργεντινή, ο άλλος με το Ελ Σαλβαδόρ, την ομάδα που έσπασε όλα τα ρεκόρ χάνοντας 10-1 από την Ουγγαρία. Και αυτό το ένα, της ντροπής, θα είναι και το μοναδικό γκολ που θα πετύχουν στη διοργάνωση. Μέσα σε αυτήν την καταστροφή, με την ομάδα μιας χώρας που ζούσε τον πέμπτο χρόνο ενός εμφυλίου πολέμου, ο Γκονζάλες θα ξεχωρίσει με την απίστευτη τεχνική του, με την ταχύτητά του, με την ευκολία του στα πάντα. Μετά το Μουντιάλ ο Ντιέγκο θα πάει, ως γνωστόν, στην Μπαρτσελόνα. Ο «Μαγικός» γίνεται κι αυτός μεταγραφικός στόχος μεγάλων ισπανικών συλλόγων αλλά και της Παρί Σεν Ζερμέν.
Ήταν ήδη γνωστός στους ρέκτες του λατινοαμερικάνικου ποδοσφαίρου, κυρίως από τα προκριματικά του Μουντιάλ. Όταν εντυπωσίαζε στην εκτός έδρας νίκη κόντρα στο Μεξικό, αλλά κι από την κάπως έξαλλη ζωή του και ακόμη ο κόσμος δεν είχε δει τίποτε. Αυτό το τελευταίο έκανε την Ατλέτικο Μαδρίτης που τον ήθελε, να εγκαταλείψει την ιδέα και ο Γκονζάλες κατέληξε για 130.000 δολάρια στην Κάντιθ, στην δεύτερη κατηγορία της Ισπανίας.
Όταν πήρε μεταγραφή στην Κάντιθ έγινε ο «μαγικός».
Ο «νονός» του ήταν ο δημοσιογράφος Francisco «Paco» Perea (1946-2024), ενώ εργαζόταν για την εφημερίδα «Diario de Cádiz». Μια τεράστια μορφή της αληθινής δημοσιογραφίας. Η λογικότερη εξήγηση για αυτήν την αλλαγή είναι ότι στην Ανδαλουσία το «El Mago» ήταν ήδη ρεζερβέ για κάποιον συνάδελφό του «Μαγικού», που μελλοντικά θα έκανε και αυτός μαγικά, με την ίδια ευκολία που εμείς, θα βάλουμε να πιούμε ένα ποτήρι νερό. Το πρώτο του παιχνίδι στην Ισπανία ήρθε φιλικό με την La Barca de la Florida, ενώ το ντεμπούτο του στη δεύτερη κατηγορία ήταν στις 5 Σεπτεμβρίου του 1982, στην εντός έδρας ισοπαλία με 1-1 εναντίον της Ρεάλ Μούρθια.
Το γκολ το πέτυχε ο ίδιος. Την πρώτη χρονιά θα βάλει 15 γκολ, θα ανεβάσει την ομάδα στη μεγάλη κατηγορία, θα γνωρίσει όλα τα κλαμπ της πόλης, θα κάνει «πράγματα και θάματα». Έπαιζε σε όλες τις θέσεις της επίθεσης. Ήταν ικανός να παίξει τόσο ως εξτρέμ, ως δεκάρι όσο και ως δεύτερος επιθετικός. Αλλά η σταθερή συνήθως θέση του ήταν σέντερ φορ. Με το νούμερο 11 στην πλάτη. Λεπτός, εξαιρετικά δημιουργικός, δεν έχανε ποτέ τον έλεγχο της μπάλας, είχε απίστευτη τεχνική ικανότητα με ακρίβεια και γρήγορα πόδια που δεν τον προλάβαινες ποτέ. Μια ταχύτητα που δεν τον έπιανες ούτε με λάσο. Αλλά το μεγάλο του όπλο εκτός από όλα αυτά ήταν οι δεξιότητες του στην ντρίμπλα. Κόλπα όπως αυτά του flip flip, το στυλ του Κρόιφ και του step over ήταν συνεχώς στο ρεπερτόριο του.
Όμως έκανε κάτι μοναδικό.
Το σήμα κατατεθέν του, η ειδικότητά του ήταν η ντρίπλα «culebrita macheteada» (ουρά της αγελάδας) ή για όσους δεν είναι από το Ελ Σαλβαδόρ, «elastica». Έγινε, παρέμεινε και θα παραμείνει μέχρι σήμερα το μεγαλύτερο είδωλο του γηπέδου «Ραμόν ντε Καράντσα». Στην όμορφη πόλη της Ισπανίας θα αποκτήσει οριστικά κι αυτό το παρουσιαστικό, κάτι ανάμεσα σε τελειωμένο τζάνκι και βετεράνο που έπαιζε στην Προοδευτική ή τον Ιωνικό. Ένοχος! Αλλά η αγάπη που είχε για τη νύχτα («χωρίς αυτήν η μέρα δεν είναι τόσο ωραία» είπε πρόσφατα), για τις γυναίκες και το ποτό ήταν τεράστια. Όλα αυτά γίνονταν με τον κολλητό του, και σύντροφο του στα ξενύχτια Καμαρόν ντε λα Ίσλα (θρύλος του φλαμένκο). Είχε μια κάπως γλεντζέδικη προσέγγιση για το ποδόσφαιρο: «Δεν είμαι άγιος, είναι αλήθεια. Βγαίνω κάθε βράδυ και ξενυχτάω, μα δεν μπορώ να το δω σαν δουλειά, παίζω μπάλα για να διασκεδάσω»
Συνέχισε να διασκεδάζει και στην πρώτη κατηγορία, και εννοούμε και μέσα στο γήπεδο, όταν τέλος πάντων ξυπνούσε εγκαίρως για να πάει να παίξει. Στις προπονήσεις πάντως πήγαινε όλο και σπανιότερα, κατά περιόδους και καθόλου, παρόλο που η διοίκηση είχε επιφορτίσει υπάλληλο να περνάει να τον ξυπνάει. Για εκείνη την πρώτη του χρονιά στην μεγάλη κατηγορία κυκλοφορούν διάφορες ιστορίες, που ακόμη και να μην είναι αλήθεια θα άξιζε να είναι. Διαβάστε και αποθεώστε. Αποκοιμήθηκε όρθιος!
Πραγματικά, ακούμπησε το κεφάλι του στον ώμο ενός συμπαίκτη μέχρι να χτυπηθεί ένα κόρνερ, ότι σε ένα ματς με την Ατλέτικο έφτασε στο γήπεδο μεθυσμένος και κοιμήθηκε στο μασάζ αφήνοντας την ομάδα του να αρχίσει το ματς με δέκα παίκτες, ότι μια μέρα πρόλαβε μόνο το δεύτερο ημίχρονο με την Μπαρτσελόνα (κοιμόταν), μπήκε με το σκορ στο 1-0 και ισοφάρισε με ένα «μαραντονίσιο» γκολ αυτό σίγουρα συνέβη, έχουμε το βίντεο, αλλά αν προτιμάτε υπάρχει και μια εναλλακτική βερσιόν, αρκετά διαδεδομένη, ότι μπήκε στο 3-0, έβαλε δυο γκολ και μοίρασε δυο ασίστ. Γιατί όχι? Έτσι και αλλιώς μαγικός ήταν ότι ήθελε έκανε.
Το καλοκαίρι του 1984, η Κάντιθ ξαναπέφτει.
Ο ίδιος όμως, ακόμη κι απροπόνητος, αγουροξυπνημένος και μεθυσμένος, βγαίνει τρίτος σκόρερ, και ο Μαραντόνα πιέζει τον Μενότι να τον πάρουν στην Μπαρτσελόνα. Η ιδέα είναι να τον δοκιμάσουν σε μια περιοδεία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Χόρχε χάνει το αεροπλάνο για τη Βαρκελώνη (ναι, τον πήρε ο ύπνος) και συναντά τους υπόλοιπους στη Νέα Υόρκη. Επιτέλους, ο Μαραντόνα κι ο Γκονζάλες θα παίξουν συμπαίκτες σε δυο ματς, με το 10 ο ένας, με το 11 και κατεβασμένες κάλτσες ο άλλος. Στο δεύτερο, κόντρα στη Φλουμινένσε, σε αυτό το αφιλόξενο και άχαρο γήπεδο των Giants στο Νιου Τζέρσεϋ, θα συνδυαστούν αρμονικότατα και ο Γκονζάλες θα σκοράρει, για πρώτη και τελευταία φορά για την Μπαρτσελόνα. Μετά τον αγώνα, στη συνέντευξη τύπου, ο Ντιέγκο θα του πλέξει το εγκώμιο και τον θαυμασμό του.
Τα λόγια του τα λένε όλα: «Χωρίς αμφιβολία είναι μεταξύ των μεγαλύτερων δέκα παικτών που έχω δει ποτέ να παίζουν σε όλη μου τη ζωή. Καλύτερος από τον εαυτό μου και ακόμα καλύτερος από τον Πελέ».
Το ίδιο βράδυ, στο ξενοδοχείο, θα υπάρξει συναγερμός για φωτιά, θα έρθει η πυροσβεστική, θα εκκενωθούν τα δωμάτια. Οι παίκτες της Μπαρτσελόνα μετριούνται και φυσικά κάποιος λείπει. Ο Γκονζάλες δεν άκουσε τον συναγερμό, γιατί κοιμόταν μακάριος όλη τη νύχτα στην αγκαλιά μιας ιερόδουλης. Κάπου εκεί τελείωσε η προοπτική της μεταγραφής του. Το ματς κόντρα στη Φλουμινινένσε θα είναι και το τελευταίο του Μαραντόνα με την Μπαρτσελόνα πριν φύγει για τη Νάπολι (άρα, το άδοξο τελευταίο του γκολ θα είναι στη διαδικασία των πέναλτι που θα κρίνουν τη τρίτη θέση σε ένα τουρνουά τεσσάρων ομάδων).
Την επόμενη σεζόν, ο Χόρχε, την ώρα που ο Μαραντόνα θα οργώνει τα ιταλικά γήπεδα, θα μαραζώνει άπραγος στην Ισπανία. Μένει μερικούς μήνες χωρίς να παίζει γιατί αρνήθηκε να πάρει μεταγραφή. Τον ήθελαν πολλές ομάδες όπως η Παρί Σεν Ζερμέν, η Αταλάντα, η Φιορεντίνα και η Σαμπντόρια. Στη συνέχεια θα πάει για έξι μήνες στη Βαγιαδολίδ, όπου θα παίξει μόλις εννιά ματς, θα πάθει κατάθλιψη (του απαγόρεψαν κάθε νυχτερινή έξοδο), δεν θα βρει γιατρειά, παρά τον ψυχολόγο και τον βελονιστή που προσέλαβε η διοίκηση για να τον κουράρουν, και θα επιστρέψει τελικά κατά παλλαϊκή απαίτηση στο Κάντιθ.
Θα πληρώνεται 700 δολάρια για κάθε ματς που παίζει. Δεν είναι ακόμη ούτε 28 χρονών. Τα επόμενα χρόνια θα κρύβεται τις νύχτες στις καμπίνες των ντισκ τζόκεϊ για να μην τον βρει η διοίκηση, θα κατηγορηθεί για βιασμό, θα φτάσει κοντά σε μια μεταγραφή στην Αταλάντα (η ιδέα δεν του άρεσε). Στο γήπεδο θα είναι πολύ λιγότερο παραγωγικός αλλά θα εξακολουθεί να βάζει πανέμορφα γκολ με εκθαμβωτικές κινήσεις. Τελικά μετά από αρκετές προπονητικές αλλαγές μπορούμε να πούμε ότι «επανήλθε».
Όχι στο επίπεδο που ήταν αλλά έλαμψε ξανά για έστω και για λίγο με φοβερά ξεσπάσματα. Ο προπονητής που τα κατάφερε ήταν ο Βίκτορ Εσπαράγκο. Στα επόμενα τέσσερα χρόνια σημείωσε 58 γκολ σε 194 παιχνίδια πρωταθλήματος για τον σύλλογο μέχρι την αποχώρησή του στις 6 Ιουνίου του 1991.
Αφού η Αταλάντα απέτυχε και πάλι να τον υπογράψει, το 1991 γυρίζει στο Ελ Σαλβαδόρ, στην ομάδα στην οποία αναδείχθηκε. Την Φας της Σάντα Άννα, και, τι ειρωνεία!
Ο άνθρωπος που έμοιαζε πενηντάρης από τα 25, κρέμασε τα παπούτσια του στα 42 του, την ίδια πάνω κάτω εποχή που ο Ντιέγκο Μαραντόνα πήγαινε για αποτοξίνωση στην Κούβα. Έμεινε εκεί μέχρι το 1999 όταν και ξεκίνησε μια διστακτική καριέρα προπονητή στο Χιούστον, αλλά η αδυναμία του να φτάνει εγκαίρως στις δικές του προπονήσεις δεν αντιμετωπίστηκε με κατανόηση. Μετά την σύντομη θητεία του στις ΗΠΑ, επέστρεψε στην πατρίδα του. Συνέχισε ως βοηθός προπονητή στο Σαν Σαλβαδόρ και στη συνέχεια στην εθνική ομάδα.
Το 2001, η Κάντιθ τον τίμησε σε φιλικό παιχνίδι φιλανθρωπικού χαρακτήρα, με τα έσοδα να πηγαίνουν στα θύματα ενός πρόσφατου σεισμού στο Ελ Σαλβαδόρ. Το 2003, η Εθνική Συνέλευση του Ελ Σαλβαδόρ έδωσε στον Χόρχε την υψηλότερη τιμή της χώρας. Τον περιβόητο τίτλο «Hijo Meritísimo de El Salvador» (ο πιο αξιότιμος γιος της χώρας). Όμως δεν έγινε μόνο αυτό. Μετονόμασε το εθνικό στάδιο το «Φλορ Μπλάνκα» σε «Εθνικό Στάδιο Χόρχε Ελ Μάτζικο Γκονζάλες» (Estadio Nacional Jorge El Mágico González). Στις 28 Αυγούστου του 2004, διεξήχθη άλλο ένα φιλικόπρος τιμήν του, αυτή τη φορά στο Ελ Σαλβαδόρ στο στάδιο που πήρε το όνομα του, μεταξύ της Αμερικής XI, μιας ομάδας διεθνών αστέρων, και μιας ομάδας πρώην παικτών της Φας. Φυσικά έπαιξε με την κάθε πλευρά από ένα ημίχρονο και σημείωσε συνολικά τρία γκολ.
Στην προσωπική του ζωή παντρεύτηκε την Άνα Μαρία Ρουάνο, κόρη ενός άλλου θρύλου του ποδοσφαίρου του Ελ Σαλβαδόρ, του Αλφρέντο Ρουάνο.
Ο γιος του, Ροντρίγκο (γεννημένος το 1981), έπαιξε στην κορυφαία κατηγορία της χώρας. Αν και ο Χόρχε σιγά μην έμενε σε μια μόνο γυναίκα. Είχε αρκετές καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του και απέκτησε άλλα δύο παιδιά από διαφορετικές γυναίκες. Ισπανία, ΗΠΑ ε μπορεί και αλλού που δε θα μάθουμε ποτέ!! Οι διακρίσεις του ειδικά οι ατομικές άπειρες. Συνολικά αγωνίστηκε σε πάνω από 450 παιχνίδια και σημείωσε πάνω από 150 γκολ. Με την εθνική του είχε 62 συμμετοχές και έβαλε σκόραρε 21 φορές. Εκπροσώπησε τη χώρα στους αγώνες Κεντρικής Αμερικής το 1977 που πήραν την τρίτη θέση, και το 1981 που βγήκαν δεύτεροι και κατάφεραν να πάνε στο Μουντιάλ του 1982. Τέλος αγωνίστηκε και στο Χρυσό Κύπελλο του 1998 (CONCACAF Gold Cup). Το νούμερο 10 από τη Φας έχει αποσυρθεί προς τιμήν του, το 2001 μπήκε στο Hall of Fame της Κάντιθ, είναι στη καλύτερη ενδεκάδα της δεκαετίας της Κάντιθ (Cádiz Decade Καλύτερο XI 1980s).
Το 1998 ψηφίστηκε να είναι μέλος στην καλύτερη ενδεκάδα της CONCACAF του αιώνα, βγήκε από την IFFHS καλύτερος Σαλβαδοριανός παίκτης του 20ου αιώνα και ταυτόχρονα όλων των εποχών, από το 2004 είναι στο Hall of Fame του Ελ Σαλβαδόρ, είναι στην ομάδα όνειρο όλων των εποχών της χώρας (IFFHS All-Time El Salvador Dream Team), το 2013 μπήκε στο διεθνές ποδοσφαιρικό Hall of Fame της ΦΙΦΑ, μέλος στην καλύτερη ομάδα Κεντρικής Αμερικής (World Cup Central America’s All-Time XI) και τέλος από το περιοδικό Four Four Two 11ος καλύτερος παίκτης όλων των εποχών (All Time Best) της Βόρειας Αμερικής. Όλα αυτά τα πέτυχε σε μια σκάρτη, εξαιτίας του χαρακτήρα του καριέρα 24 χρόνων.
Και ένα χαρακτηριστικό, του πόσο καλός παίκτης ήταν, είναι το γεγονός ότι έχει γίνει άγαλμα προς τιμή του!
Πολλοί επικριτές και δημοσιογράφοι λένε ότι αν ο Χόρχε ήταν Αργεντινός ή Βραζιλιάνος, θα είχε καταταχθεί μεταξύ των καλύτερων στον κόσμο, μαζί με τον Μαραντόνα και τον Πελέ. Η δική μου γνώμη είναι δεν τον ένοιαζε να έχει διάρκεια. Απλά να περνάει καλά. Ακόμα παίζει μπάλα πού και πού με τους φίλους του και μοιάζει να κρατιέται καλά. Κάποτε ο Τζορτζ Μπέστ είχε πει πως αν ο ίδιος ήταν άσχημος κανείς δεν θα γνώριζε τον Πελέ.
Πως εξηγείται όμως ότι γνωρίζουμε τον Μαραντόνα, παρότι ο Χόρχε «Μαγικός» Γκονζάλες, ο άνθρωπος που «είχε στα πόδια την επιδεξιότητα που ο Θεός μας έδωσε στα χέρια» και που θα μπορούσε να γίνει ο καλύτερος ποδοσφαιριστής στον κόσμο, ήταν πολύ άσχημος? Την απάντηση την δίνει ο ίδιος ο Ντιέγκο και όλα τα άλλα είναι περιττά. Ο «Θεός» του ποδοσφαίρου είπε: «Όταν βλέπαμε τις ντρίπλες του λέγαμε ότι ήταν μοναδικός. Θέλαμε να τον μιμηθούμε, προσπαθούσαμε, λέγαμε Ρε συ, είδες το γκολ του Μάτζικο? Και όταν δοκιμάζαμε να κάνουμε τα ίδια σπάγαμε τα μούτρα μας. Ένας μόνο άνθρωπος μπορεί να κάνει μαγικά με τα πόδια του και τον λένε Μάτζικο Γκονζάλες»…
Από τον Ευστράτιο Φωτεινό























































