Όλοι όσοι μας ξέρετε και μας διαβάζετε όλο αυτό τον καιρό, έχετε καταλάβει ότι όλες οι έρευνες μας γίνονται σε βάθος και ότι ανεβάζουμε είναι αληθινό, έγκυρο, και αξιόπιστο. Σήμερα έχουμε ένα θέμα που «καίει». Που έχει γίνει ακόμα και αιτία προπαγάνδας και από τις δύο πλευρές. Όμως ο υποφαινόμενος θα σας γράψει με τα στοιχεία που βρήκε, αυτό που πραγματικά έγινε δείχνοντας σας ταυτόχρονα όλες τις πιθανές εκδοχές. Και χωρίς να παίρνει θέση υπέρ ή του άλλου ποτέ. Το art of football δε θα παίξει επ’ ουδενί σε τέτοιου είδους παιχνίδια και θα είναι πάντα εδώ για να σας κάνει πιο σοφούς. Θα θυμίζει στους παλιούς και θα μαθαίνει στους νέους. Θα σας κάνει να ξεχνιέστε και να χαλαρώνετε πίνοντας τον καφέ σας παρέα με το τσιγάρο (αν και αυτό δεν θα έπρεπε). Αυτό ήταν από την αρχή το μότο μας και οι αρχές μας και θα της τηρούμε πάντα. Αξιοπιστία, εγκυρότητα, αλήθεια και πάνω απ’ όλα διαφάνεια.

Και πάμε στο σημερινό «καυτό» μας θέμα. Βρισκόμαστε στο 1941, τρίτη χρονιά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Χίτλερ έχει εξαπολύσει την επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα» κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Το ανατολικό μέτωπο καταρρέει, ο «Κόκκινος Στρατός» υποχωρεί. Ένα χρόνο μετά η Γερμανία του Χίτλερ σαρώνει τα πάντα στο πέρασμα της. Μία μετά την άλλη οι χώρες πέφτουν στα χέρια των Ναζί. Έτσι το καλοκαίρι του 1942 μόλις τρεις μήνες μετά την εισβολή της «Βέρμαχτ» στη Σοβιετική Ένωση, ο στρατός του Αδόλφου Χίτλερ καταλαμβάνει το Κίεβο. Ήταν μία σκληρή και αιματηρή πολιορκία, που διήρκεσε 72 μέρες. Παρ’ όλα αυτά, η ναζιστική κυβέρνηση που εγκαταστάθηκε στην πρωτεύουσα της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Ουκρανίας, δεν ήθελε να μοιάζει με τύραννο στα μάτια, του έτοιμου ανά πάσα στιγμή να επαναστατήσει ουκρανικού λαού. Έτσι, προσπάθησε να δημιουργήσει μία ψευδαίσθηση ευημερούσας ζωής, οργανώνοντας διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις και, κυρίως, βάζοντας τον αθλητισμό στην καθημερινή ζωή του απλού πολίτη. Την ίδια στιγμή, ένας Τσέχος από τη Μοραβία ονόματι Τζόζεφ Κόρντικ, μεγάλος λάτρης του ποδοσφαίρου, γινόταν διευθυντής σε ένα εργοστάσιο παραγωγής ψωμιού, το «Bread Factory No. 1». Εκεί, συνάντησε τον Νικολάι Τρούσεβιτς.

Έναν πανύψηλο άντρα, με μακριά χέρια. Μόλις είχε βρει δουλειά στο εργοστάσιο σαν φούρναρης. Του Κόρντικ, κάτι του θύμιζε. Γρήγορα κατάλαβε πως ήταν ο τερματοφύλακας της διαλυμένης, λόγω του πολέμου, Ντιναμό Κιέβου. Ο Τρούσεβιτς, όπως κάθε συμπατριώτης του, προσπαθούσε να μαζέψει τα κομμάτια του. Με την εισβολή των Γερμανών, πολλοί ποδοσφαιριστές των ομάδων της ουκρανικής πρωτεύουσας επιστρατεύτηκαν και χάθηκαν είτε στη μάχη είτε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο Τρούσεβιτς ήταν πιο τυχερός. Όσο τυχερός μπορεί να είναι κάποιος που έχει χάσει τα πάντα και ζει πουλώντας αναπτήρες. Του προσφέρθηκε, ωστόσο, μία αξιοπρεπής δουλειά στο «Bread Factory No. 1». Σύντομα, στο μεγαλύτερο εργοστάσιο παραγωγής ψωμιού του Κιέβου, ο Κόρντικ έφερε και άλλους ποδοσφαιριστές για να δουλέψουν. Παλιούς συμπαίκτες του Τρούσεβιτς, που πρότεινε ο ίδιος στον διευθυντή του, ο οποίος με τη σειρά του τον προέτρεπε να ξαναφορέσει τα γάντια του, έστω και για να ξεφεύγει από τη μιζέρια του πολέμου. Συνολικά, ήρθαν οι εξής: Ο Αλεξέι Κλιμένκο, ο νεαρός αμυντικός Μιχαήλ Σβιριντόφσκι, ο ασημένιος Ολυμπιονίκης Μιχαήλ Πουτίστιν, ο Νικολάι Κορότκιχ, ο Μακάρ Γκοντσαρένκο, το «κτήνος», όπως τον αποκαλούσαν Ιβάν Κουζμένκο, ο Φέντιρ Τιούτσεφ και ο Πούτιστιν.  Όλοι, παλιοί συμπαίκτες του Τρούσεβιτς στην Ντιναμό Κιέβου. Μαζί τους και τρεις «αντίπαλοι» από τη Λοκομοτίβ Κιέβου, οι Μιχαήλ Μέλνικ, Βλάντιμιρ Μπαλάκιν και Βασίλι Σουκάρεφ. Ήταν θέμα χρόνου, λοιπόν, να συμβεί το φυσιολογικό, όταν γίνονται παρέα άνθρωποι που αγαπούν την μπάλα. Με το ποδόσφαιρο να είναι πια ένα απλό χόμπι, καθότι το πρωτάθλημα και η λειτουργία των συλλόγων είχαν ανασταλεί, αποφάσισαν να ιδρύσουν μια ομάδα του εργοστασίου. Το δημοτικό συμβούλιο ενέκρινε το αίτημά τους αφού οι Γερμανοί τους ζήτησαν να δημιουργήσουν μια «Μικτή Κιέβου», ώστε να αγωνίζονται εναντίον μικτών ομάδων των γερμανικών στρατιωτικών μονάδων. Έτσι γεννήθηκε η Σταρτ (Start). Ήταν η έναρξη όνομα και πράγμα μιας απίστευτης ιστορίας. Χωρίς όμως «happy end». Στη νεοσύστατη ομάδα μπήκαν, πέρα από τους επαγγελματίες, ένας σεφ του εργοστασίου, ένας φρουρός και τρεις αστυνομικοί. Ήταν μία μίξη διαφορετικών ανθρώπων, που τους ένωναν δύο πράγματα. Η αγάπη για το ποδόσφαιρο και την ελευθερία.

Στο μεταξύ, μόλις μερικά χιλιόμετρα από το «Bread Factory No. 1», σε ένα άλλο εργοστάσιο, ένας σύλλογος με το όνομα Ρουχ συστάθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με τη Σταρτ. Μόνο που ο ιδρυτής της, Γκεόργκι Σβέτσοφ, ήταν συνεργός των Ναζί. Οπότε, όταν ζήτησε από την παρέα του Τρούσεβιτς να έρθουν στην ομάδα του, εκείνοι αρνήθηκαν κατηγορηματικά, λέγοντάς του πως ποτέ δεν θα έπαιζαν πλάι με φιλοναζιστές. Και αυτά τα πράγματα δεν έμεναν κρυφά τότε… Οι Γερμανοί έμαθαν για το «μπαϊράκι» της Σταρτ και «την έβαλαν στο μάτι». Για πάντα. Το Κίεβο είχε, πλέον, δύο νέες ομάδες, που καθεμία εκπροσωπούσε εκ διαμέτρου διαφορετικά πράγματα. Από τη μία, τη Σταρτ των Ρώσο-Ουκρανών πατριωτών και από την άλλη, τη Ρουχ των συμπαθούντων των Ναζί. Για πολλούς, ήταν μια συμβολική διαμάχη μεταξύ Ουκρανίας και Γερμανίας. Η διαφορά ποιότητας μεταξύ των δύο συλλόγων, ωστόσο, ήταν χαώδης. Δυστυχώς θα κάνουμε μια παρένθεση εδώ, για να σας πούμε ότι η Ουκρανία πάντα χωρισμένη στα δύο εσωτερικά ήταν. Οι μισοί πάλευαν απέναντι στους κατακτητές, υπερασπίζοντας την ενωμένη Σοβιετική Ένωση και οι άλλοι μισοί ήταν με τους Ναζί. Κάτι που συμβαίνει ακόμα και στις μέρες μας με τον φρικιαστικό πόλεμο. οι μισοί είναι με τους Ρώσους και οι άλλοι μισοί με τους Δυτικούς. Ας επιστρέψουμε όμως ξανά στο άρθρο μας.

Ενώ στην αρχή της κατοχής των Ναζί στο Κιέβο επιτρεπόταν το ποδόσφαιρο μόνο σε συμμάχους και «Άριους», τα κατορθώματα της Σταρτ εντυπωσίασαν τους Γερμανούς, που της επέτρεψαν να συμμετάσχει στο ερασιτεχνικό πρωτάθλημα που στήθηκε. Στο πλαίσιο, φυσικά, και των πολιτιστικών εκδηλώσεων, για να κρύβουν, όσο μπορούσαν, το κτηνώδες πρόσωπό τους. Την ίδια στιγμή, βέβαια, ο Τρούσεβιτς και οι λοιποί είχαν ξεσηκώσει ενδόμυχα «θύελλα» ενθουσιασμού από τη μεριά των Ουκρανών, που έπαιρναν μια ανάσα ελευθερίας. Η σκλαβιά δεν τους λυγίζει, οι κακουχίες δεν τους πτοούν. Γρήγορα, η φήμη τους φθάνει στα αυτιά των κατακτητών και των συνεργατών τους. Το καλοκαίρι του 1942, μεταξύ Ιουνίου και Ιουλίου, η Σταρτ διέσυρε τους πάντες. Συνέτριψε τη μισητή Ρουχ με το απίστευτο 7-1 και νίκησε άνετα άλλη μία ουκρανική ομάδα, τη Σπορ με 6-0. Ξεφτίλισε τρεις ακόμα… «κολλητές» των Ναζί. Μια ουγγρική  φρουρά που υποτίμησε την ικανότητα των Ουκρανών εργατών, θα διασυρθεί με 6-2. Μία  ομάδα αποτελούμενη από Γερμανούς στρατιώτες του πυροβολικού με άλλη μια «επτάρα», 7-2, και μία ακόμα αποτελούμενη και αυτή από Γερμανούς, του σιδηρόδρομου εισέπραξε πέντε. Λίγες μέρες αργότερα, οι αρτοποιοί της «Σταρτ» θα έρθουν αντιμέτωποι, πάλι με μια μεικτή ομάδα Ρουμάνων στρατιωτών, όπου το συγκεκριμένο παιχνίδι θα τελειώσει με 11-0! Ο μύθος της ουκρανικής ομάδας, είχε αρχίσει να διαδίδεται. Μέσα από τον τοπικό τύπο, αλλά και από το γενικότερο κλίμα και τις συζητήσεις των πολιτών, πως υπάρχει μια τοπική ομάδα εργατών που διαλύει τις γερμανικές ομάδες, αναπτερώνοντας το κλίμα των ανθρώπων. Συνολικά, έδωσε επτά αγώνες και πανηγύρισε στο τέλος σε όλους, σκοράροντας 37 φορές, με μόλις οκτώ γκολ παθητικό. Ήταν ένας πραγματικός θρίαμβος. Και φυσικά, όχι μόνο ποδοσφαιρικός. Η Σταρτ αντιπροσώπευε την αντίσταση κατά της γερμανικής κατοχής και πολύ γρήγορα, όλο το Κίεβο μιλούσε για την ομάδα του «Bread Factory No. 1», που ταπείνωνε τους δυνάστες του ουκρανικού λαού. Στις 17 Ιουλίου, οι Γερμανοί παρουσίασαν την πιο δυνατή ομάδα τους, αλλά γνώρισαν την συντριβή με 6-0 από την Σταρτ.

Οι Γερμανοί θα αποφασίσουν να μειώσουν την απήχηση των κατορθωμάτων της γνήσιας επαναστατικής ομάδας, βάζοντας ακριβό εισιτήριο στους αγώνες της, που δεν μπορούσαν να πληρώσουν πολλοί θεατές. Όμως κάτι τέτοιο δεν θα αποδώσει, καθώς τίποτα δεν πτοεί τον κόσμο να δει μια ομάδα του, να διαλύει τον κατακτητή στις τέσσερις πλευρές του γηπέδου. Έτσι, οι κατακτητές θα προχωρήσουν στο να διακόψουν τη δημοσιογραφική κάλυψη των παιχνιδιών της Σταρτ, προκειμένου να μην μπορεί ο κόσμος να μαθαίνει για τα κατορθώματα της και να ανεβαίνει το ηθικό τους στο γερμανοκρατούμενο Κίεβο. Όμως όλα αυτά τα μέτρα δεν στάθηκαν αποδοτικά. Τότε, όπως ήταν λογικό, οι Ναζί ενοχλήθηκαν και αποφάσισαν να λάβουν πιο σκληρά μέτρα. Πεισμωμένοι από την ήττα, σε μία εποχή που ο αθλητισμός, το ποδόσφαιρο και η πατρίδα ήταν αλληλένδετα για τους Ναζί ανέλαβαν δράση. Ήταν τόσο υπερόπτες, πέρα από όλα τα υπόλοιπα, που είχαν ξεχάσει πως στη Σταρτ αγωνίζονταν πρώην, αλλά εξαιρετικοί ποδοσφαιριστές. Θεωρούσαν πως είχαν έναν άσο στο μανίκι τους, που θα έδινε ένα μάθημα στους Ουκρανούς. «Επιστράτευσαν», λοιπόν, την καλύτερη τους ομάδα, με παίκτες που οι Ναζί είχαν χαρακτηρίσει «ανίκητους». Ήταν η αήττητη μέχρι εκείνη τη στιγμή ομάδα της «Φλάκελφ», την επίσημη εκπρόσωπο της «Luftwaffe» και ότι καλύτερο είχε να επιδείξει το τρίτο Ράιχ. Από το γερμανικό «Flak», που σημαίνει αντιαεροπορικό όπλο και τη λέξη «Elf», που σημαίνει 11. Αποτελούταν από Γερμανούς στρατιώτες, πιλότους και μηχανικούς, που πριν τον πόλεμο έπαιζαν και αυτοί ποδόσφαιρο. Κανείς, όμως, δεν μπορούσε να προβλέψει την εξέλιξη. Η προσπάθεια του Γερμανού διοικητή να εμψυχώσει τους Γερμανούς ποδοσφαιριστές, αλλά και τους υποτακτικούς αξιωματικούς του με φανατισμένους λόγους μισαλλοδοξίας κατά, των «Σλάβων υπανθρώπων που θα υποταχθούν στην Άρια Φυλή και το μεγαλείο της», δεν στέκονται ικανές να αποτρέψουν τη ποδοσφαιρική συντριβή της ομάδας του. Το παιχνίδι ανάμεσα στη Σταρτ και τη Φλάκελφ διεξήχθη στις 6 Αυγούστου του 1942 και τελείωσε με έναν ανεπανάληπτο άθλο των Ουκρανών, που επικράτησαν με 5-1. Ήταν μία ταπεινωτική ήττα για τους Ναζί, που δεν γινόταν, φυσικά, να μείνει έτσι. Ζήτησαν, λοιπόν, αμέσως ρεβάνς, ενώ ενέταξαν άλλους, ακόμη καλύτερους παίκτες στο ρόστερ τους! Το δεύτερο παιχνίδι των καλοταϊσμένων,  προπονημένων Γερμανών απέναντι στους ρακένδυτους αλλά περήφανους Ρώσο-Ουκρανούς ορίστηκε να γίνει μόλις τρεις μέρες μετά. Οι Γερμανοί ήταν ανυπόμονοι. Έβγαλαν μέχρι και αφίσα, που, μεταξύ άλλων, έγραφε «εκδίκηση» και την τοιχοκόλλησαν σε όλο το Κίεβο, καλώντας τον κόσμο στο γήπεδο. Περίπου 45.000 άνθρωποι, λοιπόν, κατέκλυσαν το γήπεδο «Ζενίτ», για να δουν από κοντά το πολυσυζητημένο ματς. Μόνο που πριν ξεκινήσει το παιχνίδι, είχε συμβεί κάτι ανατριχιαστικό.

Στο στάδιο της Ζενίτ απαγορεύτηκε η είσοδος σε όσους ήθελαν να υποστηρίξουν την Σταρτ. Γερμανοί στρατιώτες με εκπαιδευμένα σκυλιά αποτρέπουν την είσοδο σε κάθε ανεπιθύμητο και το παιχνίδι επιτρέπεται να το παρακολουθήσουν μόνο Γερμανοί αξιωματικοί ή στρατιώτες και Ουκρανοί δωσίλογοι αστυνομικοί. Το κοινό παραληρεί υπέρ των 11 λεβεντόκορμων ξανθών, που θέλουν να αποδείξουν την ανωτερότητα της «Άριας» φυλής. Διαιτητής ορίζεται κατά τα ειωθότα της «παράγκας» εκείνης την εποχής, αξιωματικός των Ες-Ες (SS) του Κίεβου. Επισκεπτόμενος μάλιστα τα αποδυτήρια της ομάδας των αιχμάλωτων πριν τον αγώνα και σύμφωνα με τις οδηγίες του Γερμανού διοικητή, απευθυνόμενος προς τους παίχτες της Σταρτ αναφέρει: «Είστε μια πολύ καλή ομάδα, με πολύ καλούς παίκτες. Να ακολουθήσετε τους κανόνες. Να χαιρετίσετε την γερμανική ομάδα με τον Ναζιστικό τρόπο πριν τον αγώνα». Η φωνή ενός Ουκρανού ακούγεται: «Το μοναδικό πράγμα που θα χαιρετίσουμε, είναι τα στρατεύματα σας όταν θα φεύγετε». Εξοργισμένος, εγκαταλείπει τα αποδυτήρια δίνοντας εντολή να παρουσιαστεί η ομάδα στον αγωνιστικό χώρο. Την ίδια ώρα ο αρχηγός της ομάδας, ο τεράστιος Τρούσεβιτς εμψυχώνει τους συμπαίκτες του πριν ξεκινήσει ο αγώνας: «Παίζουμε με κόκκινες φανέλες που δεν είναι το χρώμα της Ντιναμό ούτε της Λοκομοτίβ. Σας καλώ να παίξουμε για αυτό το χρώμα. Το χρώμα της σημαίας της Σοβιετικής Ένωσης. Να αποδείξουμε ότι αυτή η σημαία δεν χάνει ποτέ». Τα χρώματα της εμφάνισης της Σταρτ για αυτόν τον αγώνα ήταν αυτά της  Σπαρτάκ (κόκκινο, άσπρο), μιας και δεν βρέθηκαν άλλες πρόχειρες εμφανίσεις. Οι δυο ομάδες στέκονται στο κέντρο του γηπέδου που σείεται από τις ιαχές του πλήθους με το «Heil Hitler» (Ζήτω ο Χίτλερ) και τα υψωμένα χέρια του ναζιστικού χαιρετισμού. Οι Ουκρανοί παραμένουν ακίνητοι μέχρι να τελειώσει ο Ναζιστικός ύμνος, ενώ φυσικά δεν παίζεται ο Σοβιετικός, αλλά με τις γροθιές σφιγμένες φωνάζουν το σύνθημα του «Κόκκινου Στρατού»: «Fizcult Hura» (Πάμε δυνατά, Ουράαα).

Από το ξεκίνημα του αγώνα οι Ουκρανοί δείχνουν πάλι την αξία τους, χωρίς να πτοούνται από το ξύλο που μαζεύουν από τους Γερμανούς αντιπάλους, με την ανοχή του υποτιθέμενου διαιτητή. Οι Γερμανοί προηγούνται πετυχαίνοντας πρώτοι γκολ σε ανυπεράσπιστη εστία, όταν ο Ουκρανός τερματοφύλακας πέφτει αναίσθητος μετά από κλωτσιά που δέχεται στο κεφάλι. Τίποτα από όλα αυτά δεν καταφέρνει να σταματήσει τους αιχμάλωτους ποδοσφαιριστές. Το ημίχρονο τους βρίσκει να προηγούνται με σκορ 3-1. Στην ανάπαυλα του ημιχρόνου στα αποδυτήρια αυτή τη φορά εμφανίζεται ο ίδιος ο Γερμανός διοικητής συνοδευόμενος από τους αξιωματικούς του για να μιλήσει στους Ουκρανούς: «Μπορείτε τώρα να τα παρατήσετε. Δείξατε σε όλους τι αξίζετε, αλλά μέχρι εδώ. Είστε φανταστική ομάδα με απίστευτες ικανότητες και μας έχετε εντυπωσιάσει όλους, αλλά όπως καταλαβαίνετε, δεν μπορείτε να κερδίσετε. Δεν υπάρχει καμία τέτοια περίπτωση. Σκεφτείτε τις συνέπειες των πράξεων σας». Οι Ουκρανοί δεν του δίνουν καμία μα καμιά σημασία και επανεμφανίζονται για το δεύτερο ημίχρονο. Το  αποτέλεσμα διαμορφώνεται σε 5-3 υπέρ τους, ενώ ο διαιτητής ουσιαστικά σταματάει τον αγώνα πέντε λεπτά πριν την κανονική λήξη του, καθώς έχει προηγηθεί ένα απίστευτο περιστατικό. Ο ποδοσφαιριστής της Σταρτ, Κλιμένκο, καταφέρνει να περάσει πέντε Γερμανούς αντιπάλους και να βρεθεί  μόνος του, απέναντι στο τερματοφύλακα της Βέρμαχτ. Μέτα από μια βιρτουόζικη περιστροφή με την μπάλα στα ποδιά, προσποιείται με τέτοιο τρόπο στέλνοντας τον Γερμανό τερματοφύλακα στην αντίθετη μεριά, ενώ ο ίδιος φτάνει ανενόχλητος στη γραμμή του τέρματος. Χαμογελαστός με γυρισμένο το σώμα του σουτάρει με δύναμη  επιδεικτικά χλευάζοντας, όχι προς τα δίχτυα αλλά στο κέντρο του γηπέδου. Την ώρα που οι Ουκρανοί σε μια μεγάλη αγκαλιά πανηγυρίζουν, οι Γερμανοί στις εξέδρες αποχωρούν άρον άρον εξοργισμένοι.

Και τώρα αρχίζει το όργιο της προπαγάνδας από τις δύο πλευρές. Εμείς θα σας τα αναφέρουμε όλα με αντικειμενικότητα όπως πάντα. Στο τέλος θα σας πούμε το συμπέρασμα μας και το αδιαμφισβήτητο γεγονός. Οι μεν Σοβιετικοί λένε ότι έξω από το γήπεδο, στήνεται ένα μεγάλο πανηγύρι με το ενθουσιασμένο πλήθος να βρίσκεται εκτός ελέγχου από τους πανηγυρισμούς, με αποτέλεσμα οι Γερμανοί φρουροί να αφήσουν τα εκπαιδευμένα σκυλιά ελεύθερα, τραυματίζοντας μεγάλο  αριθμό Ουκρανών πολιτών. Οι δε Γερμανοί ισχυρίζονται ότι είναι μύθος όλο αυτό. Δεν υπήρχε περίπτωση οι φίλαθλοι να φώναζαν με το τελευταίο σφύριγμα αντιναζιστικά συνθήματα, σε ένα κύμα τάχα πατριωτισμού και γενναιότητας. Κάποιοι λένε μάλιστα πως ήταν πολύ φοβισμένοι για να κάνουν κάτι τέτοιο. Το τραγικό είναι, και θα σας εξηγήσουμε στη συνέχεια γιατί λέμε αυτή τη λέξη, ότι ισχυρίζονται ότι δεν έγινε τίποτα, όχι μόνο εκείνη τη μέρα αλλά και τις επόμενες! Και αυτό γιατί μπορεί με την ιστορία αυτή να μεγάλωσαν γενιές και γενιές Σοβιετικών πολιτών, αλλά σήμερα η ορθότητά της αμφισβητείται από Ουκρανούς ιστορικούς και αυτόπτες μάρτυρες του γεγονότος. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, ιστορικοί και δημοσιογράφοι (Χοτσαρένκο, Χίντα, Κουζμίν και διάφοροι άλλοι) της ανεξάρτητης πλέον Ουκρανίας, άρχισαν να ερευνούν το περιστατικό και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για ένα προπαγανδιστικό κόλπο των Σοβιετικών, που σκοπό είχε την ανύψωση του ηθικού των πολιτών. Ερευνώντας αρχεία και συμβουλευόμενοι αυτόπτες μάρτυρες, διαπίστωσαν ότι οι παίκτες της «Σταρτ» ούτε απειλήθηκαν στο ημίχρονο, ούτε ο διαιτητής ήταν μέλος των Ες-Ες (SS). Μάλιστα, οι ηττημένοι Γερμανοί αναγνώρισαν ιπποτικά την ήττα τους και συνεχάρησαν τους αντιπάλους του. Σύμφωνα με τον ιστορικό Βολοντιμίρ Χίντα, τα ματς αυτού του τύπου ήταν ρουτίνα στην κατεχόμενη Ουκρανία και τις περισσότερες φορές κέρδιζαν οι Ουκρανοί (60 νίκες, έναντι 36 των Γερμανών και 15 ισοπαλιών). Όμως οι Γερμανοί δεν «πατάνε» μόνο εκεί.

Το 2005 το δικαστήριο του Αμβούργου αποφάνθηκε πως δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι οι ποδοσφαιριστές της Σταρτ δολοφονήθηκαν από τους Ναζί λόγω της νίκης τους. Φυσικά είναι αμέτρητες οι φωνές μελετητών του εν λόγω γεγονότος, που ισχυρίζονται πως και αυτή η απόφαση είναι χαρακτηριστικό δείγμα της γενικότερης ασυλίας της σημερινής γερμανικής ηγεσίας στα εγκλήματα των Ναζί. Άλλοι, ισχυρίζονται πως, όντως, οι ποδοσφαιριστές της Σταρτ ήταν μυστικοί πράκτορες, που ενημέρωσαν, μάλιστα, απευθείας τον Στάλιν για τα σχέδια του Χίτλερ να επιτεθεί στο Στάλινγκραντ, δίνοντάς του αρκετό χρόνο, ώστε να προετοιμάσει την άμυνα της πόλης και να πετύχει την πιο καθοριστική νίκη για την έκβαση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αφού είδαμε τι λένε οι… «καλοί και αθώοι» Ναζί Γερμανοί (πόσο χαμηλά θα πέσουν ακόμα, ευτυχώς τα νέα παιδιά στη Γερμανία δεν είναι έτσι) ας δούμε και την πραγματικότητα. Την ωμή αλήθεια. Ναι πράγματι δεν ισχύει ότι αμέσως μετά τη λήξη του αγώνα εκτελέστηκαν οι παίκτες όπως λέει η κομμουνιστική πλευρά. Ούτε ότι οι ακραίοι βασανισμοί ξεκίνησαν από το πρώτο κιόλας βράδυ και είχαν σαν αποτέλεσμα ο Κορότκιχ να καταγραφεί ως ο πρώτος νεκρός παίκτης. Όμως πράγματι μέσα σε λιγότερο από ένα χρόνο οι περισσότεροι βρίσκουν φρικτό θάνατο, άλλοι από παρατεταμένα βασανιστήρια και άλλοι από εκτελέσεις. Από τους παίκτες που συμμετείχαν στο «Ματς του Θανάτου» μόνο τρεις κατάφεραν να αντέξουν και να διασωθούν. Η ήττα του Τρίτου (Γ) Ράιχ μαζί με το τέλος του πολέμου βρίσκει ζωντανούς τους Φέντιρ Τιούτσεφ, Μιχαήλ Σβιριντόφσκι και Μακάρ Γκοντσαρένκο.

Ας δούμε αναλυτικά τι έγινε μετά το τέλος του πιο σημαντικού ποδοσφαιρικού αγώνα στην ιστορία. Μετά τον «αγώνα του θανάτου», απαγορεύτηκαν τα παιχνίδια μεταξύ ομάδων της Σοβιετικής Ένωσης και της Γερμανίας, προκειμένου να αποφευχθεί ένα νέο «στραπάτσο» για τον πληγωμένο εγωισμό του Τρίτου (Γ) Ράιχ. Η οργή του Γερμανού διοικητή και των αξιωματικών του, μαζί με τη ντροπή και τον εξευτελισμό από τους Ρώσο-Ουκρανούς σε ένα απλό ποδοσφαιρικό αγώνα οδηγεί στη τραγική κατάληξη  που στόχο έχει πια τις ζωές των ποδοσφαιριστών της  Σταρτ. Λίγες μέρες μετά  όλοι οι παίχτες που συμμετείχαν στον αγώνα εναντίον της ομάδας της Βέρμαχτ κατηγορούνται σαν μελή της μυστικής αστυνομία της Σοβιετικής Ένωσης, NKVD. Τους χαρακτηρίζουν σαν κατάσκοπους και με αυτή τη κατηγορία οδηγούνται στα κρατητήρια της τοπικής Γκεστάπο. Συγκεκριμένα στις 18 Αυγούστου, ενώ οι παίκτες της Σταρτ πήγαιναν στο εργοστάσιο για το μεροκάματό τους, συνελήφθησαν! Λίγο αργότερα, όσοι παλαιότερα αγωνίζονταν στη Λοκομοτίβ, αφέθηκαν ελεύθεροι, ενώ οι υπόλοιποι παρέμειναν υπό κράτηση, ύποπτοι για συνεργασία με τη «NKVD» (προδρόμου της KGB), τη μυστική αστυνομία της ΕΣΣΔ. Όταν, δε, οι Ναζί έμαθαν πως ένας από τους παίκτες, ο Νικολάι Κορότκιχ, ήταν, πράγματι, εν ενεργεία αξιωματικός της «NKVD», τον βασάνισαν, μέχρι που έπαθε καρδιακή προσβολή και πέθανε. Πολύ σύντομα, οι Ναζί εκτέλεσαν τους μισούς, περίπου, συλληφθέντες εργαζόμενους του εργοστασίου «Bread Factory No. 1», που είχαν, ωστόσο, μεταφερθεί σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Οι λόγοι παραμένουν ασαφείς. Μία εκδοχή λέει πως ήταν αντίποινα, επειδή κάποιος χτύπησε κατά λάθος το σκυλί του επιστάτη ή επειδή κάποιος έβαλε γυαλιά στο αλεύρι, με το οποίο γινόταν το ψωμί. Όποιος και αν ήταν ο πραγματικός λόγος, εκτελέστηκαν δεκάδες άτομα, τα οποία είχαν παραταχθεί στη σειρά, με τους Ναζί να πυροβολούν κάθε τρίτο άνθρωπο! Μεταξύ των νεκρών, ήταν ο Κουζμένκο, ο Κλιμένκο και… ο Τρούσεβιτς. Ο γκολκίπερ της Ντιναμό Κιέβου, που κράτησε ζωντανή την ομάδα, δημιουργώντας τη Σταρτ και ρίχνοντας μαζί με τους υπόλοιπους μια γερή κλωτσιά στον ναζισμό.

Πως όμως ανακαλύφτηκε το «παιχνίδι του θανάτου»? O αγώνας ήρθε στο φως της δημοσιότητας 16 χρόνια μετά τη διεξαγωγή του, από ένα άρθρο Ουκρανού δημοσιογράφου σε εφημερίδα του Κιέβου. Εξυπακούεται ότι εν λόγω ιστορικό συμβάν ενέπνευσε όσο λίγα. Οι ήρωες του ποδοσφαιρικού αγώνα που πλήρωσαν με την ζωή τους τη ναζιστική θηριωδία του πόλεμου τιμήθηκαν με ένα μνημείο πεσόντων έξω από το γήπεδο της Ζενίτ το 1971. Τη χρονιά που παίχτηκε στους κινηματογράφους η ταινία «Η Μεγάλη Απόδραση των 11» (Victory το 1981) με τους Σιλβέστερ Σταλόνε, Σερ Μάικλ Κέιν και φυσικά, τον Πελέ, δέκα χρόνια  δηλαδή, μετά την ανέγερση του μνημείου, το γήπεδο της Ζενίτ αλλάζει όνομα στη μνήμη των παικτών της ιστορικής ομάδας και μετονομάζεται με αυτό που θα θυμίζει για πάντα τον ιστορικό αγώνα και τους παίκτες ήρωες. Βαφτίζεται Σταρτ (Start). Μάλιστα το (Victory) βασίζεται στο ουκρανικό φιλμ «Two half-times in Hell» του 1962, με αμφότερες τις ταινίες να έχουν τις «τραβηγμένες» διαφορετικές εκδοχές του τι έγινε στον «αγώνα του θανάτου». Το 2012, μάλιστα, κυκλοφόρησε άλλη μία, ρωσικής παραγωγής, το «Ματς», με τον σκηνοθέτη της να επαναλαμβάνει την εκδοχή της Σοβιετικής Ένωσης. Διάσημο, εξάλλου, είναι το βιβλίο του Σκωτσέζου δημοσιογράφου, Άντι Ντούγκαν, που έγραψε για την αντίσταση της Ντιναμό Κιέβου στους Ναζί, σημειώνοντας χαρακτηριστικά στην πρώτη σελίδα για την αναμέτρηση του «Ζενίτ»: «Αν ποτέ ένα παιχνίδι ποδοσφαίρου ήταν ζήτημα ζωής ή θανάτου, τότε ήταν αυτό εδώ». Όλα αυτά, βέβαια, έχουν λίγη σημασία, μπροστά στο γεγονός ότι ο «αγώνας του θανάτου» παραμένει ένας από τους πιο πολιτικά φορτισμένους και άγριους αγώνες στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Ένας αγώνας σταθμός, σύμβολο αντίστασης, κουράγιου, περηφάνιας, αυτοθυσίας και αυταπάρνησης. Και στην κύρια έξοδο του πρώην γηπέδου «Ζενίτ» και νυν «Σταρτ», στο Κίεβο, ο συμπολίτης τους πρώην πρόεδρος της Σοβιετικής Ένωσης Λεονίντ Μπρέζνιεφ έκανε ένα μνημείο. Που θα μείνει για πάντα στην ιστορία ουσιαστικά από το αντιναζιστικό φρόνημά που επέδειξαν οι Ρώσο-Ουκρανοί ποδοσφαιριστές. Είναι ένα άγαλμα τεσσάρων ποδοσφαιριστών, που θα θυμίζει μέχρι το τέλος της ανθρωπότητας, πως κάποτε, μια ενδεκάδα ανθρώπων δε δείλιασε. Έπαιξε ποδόσφαιρο και νίκησε τον τρόμο.

Η νίκη επί των κατακτητών ήταν ο πρωταρχικός στόχος εκείνων των ρακένδυτων αρτοποιών από το Κίεβο, οι οποίοι δεν λογάριαζαν σε αυτό το στόχο, ούτε την ζωή τους. Δεν μπορούσαν να ζουν κάτω από μια ξένη «μπότα», ούτε για 90’ λεπτά στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου, και θα έκαναν τα πάντα για να κερδίσουν και για αυτούς, και για τα εκατομμύρια των κατακτημένων λαών, που έψαχναν μια «χαραμάδα ελπίδας» απέναντι στο Τρίτο (Γ) Ράιχ και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Θυμόμαστε έτσι την φράση του σπουδαίου προπονητή Μπιλ Σάνκλι׃ «Μερικοί άνθρωποι πιστεύουν ότι το ποδόσφαιρο είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Είμαι πολύ απογοητευμένος από αυτή τη στάση. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω πως είναι πολύ σημαντικότερο από αυτό». Και ίσως λοιπόν να είχε δίκιο. Όπως κανένας από μας δεν πρέπει και δεν δικαιούται ποτέ να ξεχάσει, ότι ο Σοβιετικός λαός είναι ο κύριος υπεύθυνος, μαζί με τους Έλληνες και τους Σέρβους για το ότι όλος ο πλανήτης είναι ελεύθερος. Ναι σίγουρα σποραδικά σε κάποιες χώρες έγινε αντίσταση αλλά αυτοί οι τρεις λαοί τα έδωσαν όλα. Και ειδικά η μεγάλη Σοβιετική Ένωση. Συνολικά 26 εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους εκεί. Τα 12 εκατομμύρια ήταν στρατιώτες και τα 14 εκατομμύρια πολίτες. Έτσι γίνεται όταν οι λαοί ξεσηκώνονται απέναντι σε ότι χειρότερο, άκαρδο, σκοτεινό και απάνθρωπο υπάρχει. Τον Ναζισμό. Χρωστάμε αιώνια ευγνωμοσύνη στον Ζούκοφ και σε κάθε άνθρωπο που θυσιάστηκε. Γιατί χάρη σε αυτούς είμαστε εμείς ελεύθεροι να απολαμβάνουμε τη χαρά και την ομορφιά της ζωής. Εξαιτίας αυτών των παλληκαριών που αψήφησαν το θάνατο. Και αυτοί οι ΗΡΩΕΣ αθάνατοι ποδοσφαιριστές θα ζουν αιώνια. Έδειξαν το δρόμο στο φως και όχι στο σκοτάδι. Και θα κλείσουμε με τον σπουδαίο Ουρουγουανό Εντουάρδο Γκαλεάνο, στο βιβλίο του׃ «Το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως» και στο απόσπασμα που έχει για τους ΝΙΚΗΤΕΣ ΤΗΣ ΤΙΜΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ׃ «Μπήκαν στον αγωνιστικό χώρο τρέμοντας από τον φόβο και από την πείνα, αποφασισμένοι να χάσουν, όμως δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στην αξιοπρέπεια. Νίκησαν 5-3. Με τη λήξη του αγώνα, τουφεκίστηκαν στην κορυφή ενός ψηλού βράχου και οι ένδεκα, ενώ φορούσαν ακόμα τις φανέλες τους». ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ… Α Θ Α Ν Α Τ Ο Ι… ΗΡΩΕΣ…

Από τον Ευστράτιο Φωτεινό                                                                                                                                                                                                                                                                                    

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here