Υπάρχουν στιγμές που όταν ετοιμάζεσαι να γράψεις ένα άρθρο, νιώθεις τα χέρια σου να «παγώνουν». Τα δάχτυλα σου να «μουδιάζουν». Το μυαλό σου να πηγαίνει εκεί, να φαντάζεται, και στο τέλος να «λυγίζει». Γιατί κάθε ιστορία δεν είναι πάντα ευχάριστη, ούτε έχει «happy end» όπως στις αμερικάνικες σειρές. Σήμερα θα σας αναφέρουμε μια τέτοια τραγική, μαρτυρική ιστορία. Για να πάρουμε μάθημα και να μην ξεχάσουμε. Να μην ξεχάσουμε ποτέ τον πόνο, τη θλίψη, την οργή, τους σωρούς πτωμάτων. Για να έρθει η δικαίωση στις ψυχές αυτών που χάθηκαν και στους συγγενείς τους. Για να επέλθει δικαιοσύνη ακόμα και μετά από 53 ολόκληρα χρόνια.

Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά. Ένα χρόνο μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, στην χώρα του τάνγκο γίνεται κάτι εκπληκτικό. Στις εκλογές κερδίζει ο Χουάν Περόν και αρχίζει να κάνει πράγματα που δεν έκανε ποτέ κανένας πριν. Για πρώτη φορά πρόεδρος, υποστηρίζει με όλες του τις δυνάμεις την εργατική τάξη, παραχωρώντας σε αυτή τόσα πολλά προνόμια. Ήταν τότε, που μαζί με τη γυναίκα του Εβίτα, ανέπτυξαν όσο ποτέ το κοινωνικό κράτος. Όλοι οι προηγούμενοι που είχαν την εξουσία, επί δεκαετίες στο παρελθόν δεν ενδιαφέρθηκαν για το φτωχό, απλό λαό. Ήταν μια πραγματική επανάσταση όλο αυτό. Όμως τα ωραία δεν κρατάνε δυστυχώς πολύ. Η Εβίτα το 1952 πεθαίνει και ο Χουάν αρχίζει ας πούμε να παίρνει το «λάθος» δρόμο. Χάνει τη στήριξη της εργατικής τάξης, ο λαός δεν τον στηρίζει κανονικά όσο έπρεπε, κακώς φυσικά με τόσα που έδωσε σε όλους, και με αυτόν τον τρόπο γίνεται εύκολη «λεία» στα «δόντια» των συντηρητικών. Με μπροστάρηδες τους στρατιωτικούς τον ανατρέπουν. Μέσα από διαδοχικά στρατιωτικά πραξικοπήματα φτάνουμε στις 27 Ιουνίου του 1966, όπου ο αντιπερονιστής Χουάν Κάρλος Ογκάνια αναλαμβάνει την εξουσία. Αφού ανέτρεψε με πραξικόπημα τον προηγούμενο δικτάτορα!! Καταστάσεις απίστευτες τη δεκαετία του ’60 στην «πολιτική» κατάσταση της χώρας.

Οι Αργεντίνοι είναι ένας υπέροχος, «τρελός» λαός. Κυριολεκτικά ζουν για το ποδόσφαιρο. Και το είδα, με τα ίδια μου τα μάτια όταν βρέθηκα στο ευλογημένο αυτό κράτος. Έτσι ακόμα και σε αυτές τις «σκοτεινές» εποχές, όταν ερχόταν το ντέρμπι μεταξύ της Μπόκα Τζούνιορς και της Ρίβερ Πλέιτ, για 90’ λεπτά όλα έμπαιναν στην άκρη. Συνήθως αυτό γίνονταν. Όχι όμως την αποτρόπαια μέρα της 23ης Ιουνίου του 1968. Κάτι έδειχνε να αλλάζει αυτή τη φορά. Η παραδοσιακή κόντρα ανάμεσα στους οπαδούς των δύο ομάδων φαίνεται πως για λίγο είχε μπει στην άκρη. Οι «πλούσιοι» της Ρίβερ και οι «φτωχοί» της Μπόκα είχαν πια έναν κοινό εχθρό. Τον Ογκάνια και τη σιχαμένη του δικτατορία. Αυτό όμως το γνώριζε το καθεστώς και έτσι, είχε βάλει «φυτευτούς» πολλούς ασφαλίτες στις εξέδρες και των δύο ομάδων. Ο αγώνας θα διεξάγονταν στο «Μονουμεντάλ», έδρα της Ρίβερ. Οι οπαδοί της Μπόκα ήταν πιο επίφοβοι για να αρχίζουν να φωνάζουν αντιδικτατορικά συνθήματα. Στο γήπεδο υπήρχαν 90.000 άνθρωποι και αν όλοι άρχιζαν «εν χορώ» τα συνθήματα θα ήταν μεγάλο χτύπημα. Εδώ να πούμε, ότι το καθεστώς εδώ και καιρό έκανε προετοιμασίες, για να γιορτάσει μια βδομάδα αργότερα την επέτειο των δύο ετών από την άνοδο του στην εξουσία.

Ότι φοβόντουσαν οι χουντικοί έγινε πράξη. Οι οπαδοί των φιλοξενούμενων άρχισαν να φωνάζουν αντιδικτατορικά συνθήματα, ανάμεσα σε αυτά που τραγουδούσαν υπέρ της αγαπημένης τους ομάδας. Το ωραίο είναι ότι συμπαρέσυραν και αυτούς των γηπεδούχων και έτσι όλο το γήπεδο σε αγώνα Ρίβερ-Μπόκα ήταν σχεδόν ενωμένο. Φυσικά δεν έλειψαν και τα συνθήματα υπέρ του Περόν, που από την Ισπανία, που βρίσκονταν εξόριστος, συνεχώς έστελνε «μηνύματα» στο λαό να ξεσηκωθεί εναντίον της δικτατορίας. Ε, με όλα αυτά τα «όργανα της τάξης» εξοργίστηκαν. Με το παιχνίδι ελάχιστοι ασχολήθηκαν. Έτσι και αλλιώς ήταν κακό με ελάχιστες φάσεις και τελικό σκορ 0-0. Και από εδώ ξεκινάει η «σφαγή», και η καθαρή δολοφονία αθώων ανθρώπων από τη χούντα. Οι οπαδοί της Μπόκα που κάθονταν στη θύρα 12 άρχισαν να τρέχουν προς την έξοδο. Εκεί όμως «καραδοκούσε» ο θάνατος. Από την κερκίδα, στην έξοδο μεσολαβούσαν κάτι λιγότερο από 100 σκαλιά και ένας σκοτεινός διάδρομος που «έκρυβε» τις πόρτες. Όταν οι πρώτοι οπαδοί έφτασαν στην πόρτα την βρήκαν ερμητικά κλειστή. Ένα σκηνικό που είναι ανατριχιαστικά ίδιο, με την τραγωδία της θύρας 7 στο στάδιο Καραϊσκάκη μερικά χρόνια αργότερα στις 8 Φεβρουαρίου 1981. Προσπάθησαν να ειδοποιήσουν όσους έρχονταν κατά «κύματα», πως η πόρτα της εξόδου ήταν κλειστή και πως δεν υπάρχει τρόπος διαφυγής.

Μάταια όμως δυστυχώς. Όσο περνούσαν εκείνα τα δραματικά δευτερόλεπτα, όλο και περισσότεροι άνθρωποι έπεφταν ο ένας πάνω στον άλλον. Οι κραυγές του πόνου, της αγωνίας, του χάους ανακατεύονταν, και τελικά χάνονταν ανάμεσα στα τραγούδια και τα συνθήματα για την Μπόκα.

Και αυτό γιατί οι πίσω δεν άκουγαν τους μπροστά και έτσι η πίεση όλο και συνεχιζόταν. Αμέτρητοι, εκατοντάδες άνθρωποι ποδοπατούνταν και όταν όλοι πλέον, αρχίζουν να καταλαβαίνουν τι έχει συμβεί είναι τραγικά αργά. Η μεγάλη, βαριά, σιδερένια πύλη της «Puerta 12» ανοίγει από κάποιους αστυνομικούς, που τόση ώρα παρακολουθούσαν κυνικά αμέτοχοι το μακελειό να εξελίσσεται. Ένα τεράστιο κύμα φοβισμένων ανθρώπων ξεχύνεται με μανία στο δρόμο. Τρομαγμένοι, απεγνωσμένοι, ματωμένοι, πατάνε κυριολεκτικά πάνω σε πτώματα. Μέσα  σε ελάχιστο διάστημα όλα τα νοσοκομεία της πρωτεύουσας γεμίζουν ασφυκτικά με νεκρούς και τραυματίες. Οι σκηνές είναι σπαρακτικές. Κόβουν την ανάσα. Γονείς καλούνται να γνωρίσουν τα παιδιά τους ανάμεσα σε νεκρούς και ζωντανούς.

Η ιστορία του Μιγκέλ Ντεριέ  μόλις 14 ετών τότε είναι σοκαριστική. Ονομάστηκε «νεκρός νούμερο 19» και είναι τρομακτικά ενδεικτική του πανικού που επικρατούσε. Βρισκόταν ανάμεσα στους πρώτους που κατέβηκαν στην έξοδο της θύρας που αποδείχτηκε παγίδα θανάτου. Τραυματίστηκε σοβαρά στο πρόσωπο και έχασε τις αισθήσεις του. Στην πρώτη πρόχειρη διαλογή που γινόταν έξω από το γήπεδο, ανάμεσα σε νεκρούς και τραυματίες από τα σωστικά συνεργεία που είχαν σπεύσει, θεωρήθηκε νεκρός. Κάποιος νοσοκόμος έγραψε στο στήθος του τον αριθμό «19».

Ήταν ο 19ος  νεκρός της τραγωδίας. Όταν ωστόσο μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Πιβοράνο, οι γιατροί ανακάλυψαν πως ανέπνεε. Τελικά τον επανέφεραν και κατάφεραν να τον κρατήσουν στη ζωή!! Όταν πλέον όλα  είχαν τελειώσει υπήρχε μια πικρή ματωμένη αλήθεια και ένα ερώτημα που καίει σαν πυρακτωμένο σίδερο. Συνολικά 71 άτομα με μέσο όρο ηλικίας τα 19 έτη (Χριστέ μου μόνο που το γράφω ανατριχιάζω ολόκληρος) ήταν νεκροί. Ποιοι έκλεισαν μια πόρτα, που λίγα μόλις λεπτά νωρίτερα σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες αυτόπτων μαρτύρων ήταν ανοιχτή?

Δεκάδες μάρτυρες που ήταν εκεί, λίγες ώρες μετά το τραγικό περιστατικό πήγαν στα αστυνομικά τμήματα του Μπουένος Άιρες και κατέθεσαν, πως η πόρτα της εξόδου ήταν ανοιχτή μέχρι και λίγα λεπτά πριν τελειώσει ο αγώνας. Όταν οι πρώτοι οπαδοί κατέβηκαν τα σκαλιά τη βρήκαν κλειστή επειδή οι αστυνομικοί την κλείδωσαν.

Ο τότε πρόεδρος της Ρίβερ Πλέιτ, Γουίλιαμ Κεντ ήταν ένας από αυτούς που κατέθεσαν πως η τραγωδία οφείλεται στην εκδικητική μανία των ασφαλιτών. Τα ακριβή λόγια του ήταν τα εξής׃ «Όταν οι οπαδοί της Μπόκα, κατάλαβαν πως ανάμεσα τους βρισκόντουσαν μυστικοί αστυνομικοί του καθεστώτος, τους εκδίωξαν φωνάζοντας αντιδικτατορικά συνθήματα και ξυλοκοπώντας τους. Κάποιοι οπαδοί, μάλιστα ουρούσαν μέσα σε πλαστικά ή χάρτινα ποτήρια και τους τα πετούσαν. Ήταν καθαρά μια πράξη εκδίκησης, μια πράξη ακραίας καταστολής».

Φυσικά καμία από αυτές τις μαρτυρίες δεν μπήκε στο φάκελο της υπόθεσης. Το καθεστώς του δικτάτορα Ογκάνια, προέταξε την αιτία της «εγκληματικής αμέλειας», από τους υπαλλήλους του δήμου, που ήταν υπεύθυνοι να ανοίξουν τις πόρτες του γηπέδου, λίγα λεπτά πριν τελειώσει ο αγώνας. Οι μόνες καταθέσεις που έγιναν δεκτές ήταν εκείνες των αστυνομικών. Κανένας τελικά δεν τιμωρήθηκε για τη δολοφονία της «Puerta 12». Τα αποδεικτικά στοιχεία που θα έριχναν «φως», στην ασύλληπτη τραγωδία «χάθηκαν» και έτσι το ερώτημα, (από πόσο ψηλά ήρθε η εντολή για το κλείδωμα της πόρτας?) δε θα απαντηθεί ποτέ. Όπως έγινε και στην Ελλάδα με τα 21 αδικοχαμένα παιδιά, αλλά και στην Αγγλία με τους 96 οπαδούς της Λίβερπουλ. Οι κυβερνήσεις ξέρουν να καλύπτονται. Τόσα χρόνια πουθενά απαντήσεις. Πουθενά αληθινή ανθρώπινη δικαιοσύνη. Όμως κάποια στιγμή θα έρθει. Αλλά δε θα είναι του ανθρώπου, που είναι αδύναμος και ανίκανος να δικάσει. Θα είναι του Θεού και από εκεί δε γλιτώνει κανείς. Και οι ψυχές που εμφανίζονται σαν «φαντάσματα» στη θύρα 12  θα βρουν ηρεμία και γαλήνη για πάντα…

 

Από τον Ευστράτιο Φωτεινό

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here