Πόλεμος… Ίσως η πιο σκληρή, βάρβαρη, φρικιαστική, και αποτρόπαια πράξη, που «θερίζει» έθνη ανά τους αιώνες. Από την αρχή, που το είδος μας κυριάρχησε σε αυτόν τον υπέροχο πλανήτη, πλανάται ο πόλεμος. Η ανθρωπότητα έχει «πληρώσει», δυστυχώς, πολλές φορές αυτό το γεγονός. Από την πρώτη δολοφονία του Κάιν στον Άβελ. Χιλιάδες χρόνια άνθρωπος σκοτώνει άνθρωπο. Για χρήματα, πετρέλαιο, θρησκεία, πολιτική, εδάφη, δύναμη, ζήλεια, εξουσία, για τη δόξα της πατρίδας, για την ανωτερότητα της φυλής, και γενικά για το οτιδήποτε, μπορεί να σκεφτεί ένας ανθρώπινος εγκέφαλος. Και αυτό δεν αλλάζει και δεν πρόκειται να αλλάξει, μέχρι το τέλος των πάντων. Βλέπουμε ακόμα και στις μέρες μας, τώρα, τη στιγμή που γράφεται αυτό το κείμενο, τα τραγικά συμβάντα που γίνονται στην Ουκρανία. Και αυτά δεν είναι τα μοναδικά. Σε πόσες ακόμα περιοχές παγκοσμίως σκοτώνεται και πολεμάει κόσμος? Αμέτρητες είναι η απάντηση.

Ο καλύτερος τρόπος, πολλές φορές για να διαπιστώσουμε τι είναι ο πόλεμος, δεν είναι μόνο τα πτώματα, τα ορφανά παιδιά που κλαίνε, η πείνα, η κακουχία, η δυστυχία και ο ανθρώπινος πόνος. Είναι πολλοί οι τομείς που επηρεάζονται. Ένας από αυτούς είναι και η τέχνη, που αντικατοπτρίζει τέλεια το απόλυτο κακό. Διάσημοι ζωγράφοι που με το ταλέντο τους, εκφράζουν όλα τα συναισθήματα του πολέμου στους πίνακες τους. Θα σας αναφέρουμε μερικά και δίπλα στο καθένα την χρονολογία που έγιναν από τους απίστευτους καλλιτέχνες. Όπως׃ «Το Πρόσωπο του Πολέμου» του Σαλβαδόρ Νταλί (Salvador Dali) που το δημιούργησε το 1941. Φυσικά υπάρχουν και άλλα. Μερικά από αυτά είναι׃ «Ο μεγάλος πόλεμος» του Ρενέ Μαγκρίτ (Rene Magritte) το 1964, «Πόλεμος» του Μαρκ Σαγκάλ (Marc Chagall), το 1966, «Σκηνή Πολέμου»  του Μαξιμιλιάν Λους (Maximilien Luce) το 1914-1918, «Τα νέα του πολέμου»  της Λουίσα Σταρ Κανζιάνι (Louisa Starr Canziani) το 1900, «Πόλεμος» του ‘Εντβαρντ Μουνκ (Edvard Munch) το 1919, «Η Ευρώπη μετά τη βροχή II» του Μαξ Έρνστ (Max Ernst) το 1941, «Η αποθέωση του πολέμου» του Βασίλι Βερεστσάγκιν (Vasily Vereshchagin) το 1871, «Μετά τον πόλεμο, το λυπημένο σπίτι» του Σαντιάγκο Ρουσινιόλ Πρατς (Santiago Rusiñol Prats) το 1895, «Η καταστροφή του Πολέμου: Επικλήσεις στον Γκόγια» του Αμπιντίν Ντινό (Abidin Dino) το 1955, «Η τύχη του Βετεράνου» των Τράτσκεφ (A.P.Tkachov, S.P.Tkachov) το 1995, και τέλος η περίφημη «Γκουέρνικα» του Πάμπλο Πικάσο (Pablo Picasso) το 1937. Αριστουργήματα που αναδεικνύουν τη φρίκη, το θρήνο, την οδύνη και την τραγωδία του πολέμου.

Μια τέτοια κόλαση έζησε η Ρουάντα, σε έναν από τους χειρότερους εμφυλίους που έγιναν ποτέ. Εκεί που το ποδόσφαιρο έσωσε στην κυριολεξία το πιο πολύτιμο δώρο που μας έδωσε ο Θεός. Την ανθρώπινη ζωή.  Πριν το «θαύμα» που οφείλεται, όπως θα δείτε παρακάτω, αποκλειστικά στην ασπρόμαυρη μπάλα, ας δούμε τι συνέβη και πως ξεκίνησαν όλα, σε άλλη μια πολύπαθη χώρα της Αφρικής. Η φυλή των Χούτου εγκαταστάθηκε στη Ρουάντα τον 14ο αιώνα και η αντίστοιχη των Τούτσι τον 15ο. Από το 1890 και μέχρι το τέλος του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου η χώρα αποτέλεσε αποικία της Γερμανίας. Μετά το τέλος του, η Ρουάντα έγινε μαζί με το γειτονικό Μπουρούντι αποικία των Βέλγων μέχρι το 1962 οπότε και έγινε ανεξάρτητο κράτος. Η ιστορία της, ήταν πάντα μία ιστορία φυλετικών διαχωρισμών, καθώς, ενώ η πλειονότητα των κατοίκων είναι της φυλής των Χούτου, η χώρα τον 19ο αιώνα εξελίχθηκε σε μία μοναρχία, όπου η κυρίαρχη βασιλική οικογένεια ήταν της φυλής των Τούτσι. Οι Χούτου λοιπόν, είχαν πάντα μία αντιπαλότητα ενάντια στους Τούτσι, που βασιζόταν σε πραγματικά δεδομένα. Όταν ήρθε η ώρα της απελευθέρωσης από την βελγική αποικιοκρατία, οι Χούτου συμμετείχαν μαζικά στην εξέγερση. Στη Ρουάντα άλλωστε οι Βέλγοι κυβερνούσαν μέσω της φυλής των Τούτσι, και αυτός ήταν ένας λόγος, που οι Χούτου, περισσότερο απεχθάνονταν τους Τούτσι, παρά τους Βέλγους! Παρόλο, που και πριν τον ερχομό των Βέλγων, οι Τούτσι κυβερνούσαν τη χώρα, οι Χούτου, συμμετείχαν, κάποιες ελάχιστες φορές, στη διοίκηση εν μέρει. Οι Βέλγοι τους υποβίβασαν σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας (τους απαγορεύτηκε και η πρόσβαση στην εκπαίδευση) για πολιτικούς και ρατσιστικούς λόγους, αφού οι πιο ανοιχτόχρωμοι Τούτσι θεωρήθηκαν ανώτεροι φυλετικά!! Απίστευτα σκηνικά, όμως δυστυχώς… αληθινά!

Ο λόγος που οι Βέλγοι κατείχαν την Ρουάντα ως αποικία, ήταν καθαρά οικονομικός, αφού την αντιμετώπιζαν, περίπου, ως μία επιχείρηση παραγωγής καφέ. Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα θεωρούσαν, ότι οι αποικίες τους όφειλαν να δίνουν οικονομικό πλεόνασμα στη μητρόπολη. Όταν όμως έγιναν κατά κάποιο τρόπο ζημιογόνες, δεν είχαν αντικειμενικό λόγο να συνεχίσουν να τις κατέχουν, και αποχώρησαν σχετικά ήρεμα από τη Ρουάντα, αλλάζοντας πολιτική απέναντι στις φυλές. Πλέον, η ταλαιπωρημένη χώρα, θα γινόταν ανεξάρτητο κράτος και γι’ αυτό άρχισαν να κάνουν αλλαγή φρουράς, προωθώντας τους Χούτου στις θέσεις εξουσίας, μάλλον αντιλαμβανόμενοι ότι το μελλοντικό κράτος, χωρίς τη δική τους βοήθεια, δε θα μπορούσε να κυβερνηθεί από τους Τούτσι. Τη διετία 1959-1961 έγινε εξέγερση των Χούτου ενάντια στην αποικιοκρατία, αλλά κυρίως ενάντια στους Τούτσι, που από την πλευρά τους ήθελαν να διατηρήσουν τα κεκτημένα τους. Τελικά οι Χούτου κέρδισαν και το νέο κράτος κυριαρχήθηκε από αυτούς. Για αυτούς άλλωστε, οι Τούτσι και οι Βέλγοι ήταν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Φανταστείτε πόσο μίσος υπήρχε.

Οι Χούτου έλεγχαν την πρωτεύουσα Κιγκάλι και οι Τούτσι, σε μεγάλους αριθμούς, έφυγαν πρόσφυγες στην Ουγκάντα από τη δεκαετία του 1960. Εκεί χωρίστηκαν στα δύο, με μία ομάδα να είναι υπέρ της συνεννόησης με την κυβέρνηση των Χούτου και μία να είναι υπέρ της δημιουργίας στρατού για εισβολή στη Ρουάντα. Τελικά το 1990 δημιουργήθηκε  ένας αντάρτικος στρατός με το όνομα RPF (Πατριωτικό Μέτωπο της Ρουάντα) και ξεκίνησε ο εμφύλιος. Τα επόμενα δύο χρόνια κανείς από τους δύο εμπολέμους δεν μπορούσε να κερδίσει αποφασιστικά, με αποτέλεσμα οι Τούτσι να ελέγχουν το βόρειο κομμάτι της χώρας και οι Χούτου το νότιο και την πρωτεύουσα. H Ουγκάντα, από όπου εισέβαλαν οι Τούτσι, είχε πληθυσμό από τη φυλή τους, οπότε παρείχε κάλυψη στο RPF και του επέτρεπε να μένει στα εδάφη της χώρας, χωρίς όμως να εμπλακεί ευθέως στον εμφύλιο. Στα πλαίσια αυτά, η «ελίτ» των Χούτου άρχισε να αποσυντίθεται, από τις εσωτερικές της έριδες και το 1992 υπέγραψε τη συμφωνία της Αρούσα, απευθείας με τους Τούτσι, όπου και συμφωνήθηκε να γίνει μοίρασμα της εξουσίας μεταξύ των δύο φυλών. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε τους ακραίους Χούτου να μιλήσουν για προδοσία και, επί της ουσίας, να υπάρξει ρήξη μεταξύ του προέδρου και της υπόλοιπης κυβέρνησης. Ο τότε πρόεδρος Ζουβενάλ Χαμπιαριμάνα (Juvénal Habyarimana) πέθανε τον Απρίλιο του 1994 όταν καταρρίφθηκε το αεροπλάνο στο οποίο επέβαινε.

Αυτό ήταν το σημείο αρχής της γενοκτονίας. Κανείς δεν είναι σίγουρος ακόμη και σήμερα ποιος έριξε το αεροπλάνο, αφού οι μεν κατηγορούν τους δε. Οι Τούτσι, έλεγαν ότι ήταν προβοκάτσια, για να ξεσπάσει η γενοκτονία, και οι Χούτου ότι ο Πρόεδρος δολοφονήθηκε από τους Τούτσι, στα πλαίσια του εμφυλίου. Λίγο πριν τον θάνατο του προέδρου είχαν ήδη ξεκινήσει να ακονίζονται οι ματσέτες (παραδοσιακό αφρικάνικο μεγάλο μαχαίρι που χρησιμοποιείται για να κόβει τη βλάστηση στη ζούγκλα) στη Ρουάντα. Τα ΜΜΕ της εποχής ήταν ελάχιστα και πρωτόγονα σε σχέση με αυτά που ξέρουμε στο δυτικό κόσμο, όμως το περιοδικό «Kangura», και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί που ανήκαν στις παραστρατιωτικές ομάδες των Χούτου είχαν ξεκινήσει εκστρατεία μίσους. Είχε κυκλοφορήσει με εξώφυλλο μία ματσέτα στα αριστερά, το όργανο με το οποίο προέτρεπε να εξοντωθούν οι Τούτσι. Για την ακρίβεια, η μετάφραση του τίτλου είναι: «Με ποια όπλα θα εξοντώσουμε τις κατσαρίδες»? Το «Kangura» (σημαίνει «Ξύπνα») από το 1990 θεωρούσε προδότες όποιους συναναστρέφονται τους Τούτσι και από το 1991 κάλεσε για πρώτη φορά για την πλήρη εξόντωση της φυλής αυτής. Τον Ιανουάριο του 1994 ένα άρθρο του, προέβλεπε ότι μέχρι το Μάρτιο ο πρόεδρος που υπέγραψε τη συμφωνία της Αρούσα θα δολοφονηθεί. Το περιοδικό τελικά σταμάτησε να εκδίδεται την μέρα που δολοφονήθηκε ο Πρόεδρος Χαμπαριμάνα (7 Απριλίου 1994)!! Το 48ο τεύχος του μάλιστα, απεικόνιζε τους Τούτσι ως αρουραίους!!

Το ραδιόφωνο «RTLM», από την άλλη, σε όλη τη διάρκεια της γενοκτονίας αλλά και πριν, μιλούσε για την πλήρη εξολόθρευση των Τούτσι, και ξεκίνησε να τους αποκαλεί «κατσαρίδες». Υπήρχε μια  εμβληματική  φράση:  «Σκοτώστε τις κατσαρίδες (δηλαδή, τους Τούτσι) με ότι βρείτε, υπάρχουν τάφοι που περιμένουν να γεμίσουν». Η πρόταση αυτή, με διάφορες παραλλαγές, ακουγόταν μέρα νύχτα από το συγκεκριμένο ραδιόφωνο. Σιγά σιγά άρχισε να προτρέπει τους απλούς ανθρώπους, να δολοφονήσουν τους γείτονές τους και να πάρουν την περιουσία τους. Αποκαλούσε όλους όσους συνεργάζονταν με τους Τούτσι προδότες, και καλούσε τους πατριώτες να τους σκοτώσουν και αυτούς. Μέσα στις σελίδες του «kangura», ένα υπήρξε ένα αηδιαστικό καρτούν, απεικόνιζε τον αρχηγό των κυανόκρανων Στρατηγό Νταλαίρ (Dallaire), με την κατηγορία ότι έπεσε θύμα αποπλάνησης των ακόρεστων γυναικών Τούτσι!! Η επιτυχία της προπαγάνδας ήταν διπλή. Το περιοδικό δεν τυπώθηκε ποτέ, σε πολλά αντίτυπα, αλλά πήγαινε στους αρχηγούς των παραστρατιωτικών και διαβάζονταν στους στρατιώτες τους. Ο λόγος που δεν τυπώθηκε σε μεγάλους αριθμούς ήταν ότι το ποσοστό αναλφαβητισμού στη Ρουάντα ήταν τεράστιο. Έτσι κατάφερνε να δημιουργήσει εντυπώσεις μέσω ευφάνταστων σχεδίων, που ωθούσαν στον ρατσισμό ενάντια στους Τούτσι. Το ραδιόφωνο από την άλλη μεριά ήταν αυτό που βοήθησε περισσότερο να ξεσπάσει το μίσος για τους Τούτσι. Η Ρουάντα δεν είχε τηλεόραση και οι κάτοικοί της δεν ήξεραν να διαβάζουν, οπότε το ραδιόφωνο είχε τη μεγαλύτερη επιρροή στους στρατιώτες. Κάποιες μελέτες υπολογίζουν ότι στις περιοχές όπου το «RTLM» μετέδιδε κανονικά, οι θάνατοι ήταν περισσότεροι, πάνω από 50% από ότι στις υπόλοιπες!

Ενώ η σφαγή συνεχιζόταν επί 100 μέρες οι δυτικές δυνάμεις, η διεθνής κοινότητα και τα Δυτικά ΜΜΕ, εν πολλοίς, σιώπησαν. Οι δυνάμεις του «RPF» επί 100 μέρες προωθούνταν συνεχώς μέσα στη Ρουάντα μέχρι που τον Ιούλιο έφτασαν στην πρωτεύουσα. Αυτούς τους τρεις μήνες όμως, 800.000 άνθρωποι πέθαναν και όλη η «διεθνής κοινότητα» έκανε πως δεν ήξερε τι συνέβαινε στη Ρουάντα. Οι λόγοι της μη επέμβασης ήταν ότι ενώ ο ΟΗΕ είχε πάρει αποφάσεις, και είχε στείλει κυανόκρανους, τελικά ήταν τόσο λίγοι, που επ’ ουδενί δεν αρκούσαν για να διατηρήσουν την τάξη. H τραγική μορφή ήταν του Καναδού ήρωα Στρατηγού Νταλαίρ (Dallaire),  που παρέμεινε με δική του απόφαση στη Ρουάντα, και προσπάθησε με ελάχιστες δυνάμεις, να προστατέψει όσους Τούτσι μπορούσε. Πάντα έκτοτε, θεωρούσε ότι δεν έκανε αρκετά, παρόλο που δεν είχε ούτε άντρες, ούτε όπλα για να αποτρέψει την γενοκτονία. Ο Στρατηγός ήδη από τον Γενάρη, είχε προειδοποιήσει ότι γίνονται προετοιμασίες για γενικευμένη βία, και ότι είχε πληροφορίες για κρυμμένα όπλα τα οποία θα μπορούσε να κατάσχει, αν είχε αρκετούς στρατιώτες. Με το ξεκίνημα της γενοκτονίας ζήτησε επιπλέον 5.000 άντρες προκειμένου να την αποτρέψει αλλά αντ’ αυτού ο ΟΗΕ απέσυρε και τα ήδη υπάρχοντα στρατεύματα.!! Οι Βέλγοι στρατιώτες που είχαν σταλεί ως μέλη της «UNAMIR» (οι κυανόκρανοι του ΟΗΕ) είχαν σαν στόχο, να προστατεύσουν τους Βέλγους υπηκόους, στοχοποιήθηκαν κατευθείαν από τις δυνάμεις των Χούτου. Ο σκοπός ήταν να αποτραβηχτούν οι δυνάμεις αυτές, πράγμα το οποίο έγινε, μετά τις πρώτες 10 απώλειες Βέλγων στρατιωτών (ως γνωστόν οι κυανόκρανοι του ΟΗΕ παραχωρούνται από τις ένοπλες δυνάμεις των κρατών και αποτραβιούνται επίσης εθελοντικά). Το κτίριο στο οποίο εκτελέστηκαν και ακρωτηριάστηκαν, από τους παρακρατικούς Χούτου, σήμερα είναι τόπος μνήμης και έχει μείνει ανέπαφο.

Ο πιο σημαντικός λόγος που κανείς δεν ασχολήθηκε με την γενοκτονία διεθνώς, ήταν ότι η Ρουάντα δεν είχε να προσφέρει τίποτα το φοβερό σε μία ξένη δύναμη. Καθώς είναι μία χώρα με πληθυσμό σαν της Ελλάδας αλλά με έκταση ίση με το 1/5 αυτής (η Πελοπόννησος είναι 21.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα και η Ρουάντα αντίστοιχα 26.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα) χωρίς ιδιαίτερες πλουτοπαραγωγικές πηγές. Οι γειτονικές χώρες δεν είχαν τη δυνατότητα να επέμβουν, ενώ οι μεγάλες δυνάμεις δεν είχαν το κίνητρο, αφού δεν υπήρχε όφελος με το να ασχοληθούν με μία περιοχή όπως η Ρουάντα. Οι ΗΠΑ την ίδια χρονιά είχαν προσπαθήσει να επέμβουν στη Σομαλία αλλά η κατάρριψη ενός ελικοπτέρου τους στο Μογκαντίσου το 1994 είχε οδηγήσει στο να αποτραβηχτούν αμέσως, μετά από κατακραυγή της κοινής γνώμης στις ΗΠΑ. Οι Αμερικάνοι βέβαια ήδη πέντε ημέρες μετά τη δολοφονία του Προέδρου, με εμπιστευτικό έγγραφο εκτιμούσαν ότι: «Ένα τεράστιο λουτρό αίματος (με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς) θα προκύψει», αν οι ειρηνευτικές συνομιλίες δεν οδηγήσουν σε λύση. Επίσης, ανέφεραν ότι: «Ο ΟΗΕ, πιθανότατα, θα αποτραβήξει όλες του τις δυνάμεις» και ότι οι ΗΠΑ δεν θα ανακατευτούν׃ «Μέχρι να αποκατασταθεί η ειρήνη». Οι εκτιμήσεις τους φάνηκαν σωστές, όπως άλλωστε και η τακτική τους για να αποφύγουν οποιαδήποτε εμπλοκή και ευθύνη. Σύμφωνα με μυστικό έγγραφο αναφερόταν ότι: «Να είστε προσεκτικοί, οι νομικοί μας ανησυχούσαν χθες, οποιαδήποτε αναφορά σε «Γενοκτονία» μπορεί να αναγκάσει την κυβέρνηση των ΗΠΑ να κάνει κάτι».

«Ευτυχώς» για τις ΗΠΑ και όλους του εμπλεκόμενους, δεν αναφέρθηκε ως Γενοκτονία και δε χρειάστηκε «να κάνουν κάτι», που θα τους έφερνε σε μία κατάσταση γεμάτη μπελάδες, αλλά χωρίς κάποιο σημαντικό όφελος στα γεωστρατηγικά ή οικονομικά τους συμφέροντα. Δεν είναι όλες οι χώρες Ουκρανία, Ιράκ και Λιβύη που υπάρχουν τα πετρέλαια και τρέχουν όλοι και καλά να βοηθήσουν. Με αυτήν την τεράστια, ποταπή υποκρισία. Το 1994 στη Ρουάντα, έγινε η μεγαλύτερη γενοκτονία μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. Κατά τη διάρκεια των σφαγών, οι νεκροί έφτασαν τους 800.000, κάποιοι λένε μέχρι και 1.000.000 πολίτες, και το 70% ήταν της φυλής των Τούτσι. Και άλλο τόσο ποσοστό βιάστηκε! Σήμερα υπάρχει το μουσείο της γενοκτονίας, στην πρωτεύουσα Κιγκαλί για να θυμίζει, αυτά που έγιναν και να μην επαναληφτούν ποτέ ξανά στο μέλλον. Η κυνική αδράνεια του ΟΗΕ μπροστά στη γενοκτονία ήταν πρωτοφανής. Τελικά ο «Οργανισμός» κατέληξε ότι οφείλει μια συγγνώμη! Υπάρχει μία φράση που ακούγεται συχνά, και η αλήθεια που κρύβει, αποκαλύφθηκε με τον πιο ωμό τρόπο στην περίπτωση της μαρτυρικής αυτής χώρας. Λέει׃ «Το μόνο πράγμα που χρειάζεται το κακό για να θριαμβεύσει είναι να μην κάνουν τίποτα οι καλοί». Πόσο φρικτά επιβεβαιώθηκε. Και αυτό γιατί, η γενοκτονία δεν ήταν στο «αίμα» των «ημιάγριων» Αφρικανών. Βασίστηκε σε πραγματικά κοινωνικά δεδομένα, προετοιμάστηκε και οργανώθηκε από το κατεστημένο της πρωτεύουσας Κιγκάλι και έτυχε της ανοχής των Δυτικών Δυνάμεων. Και τη μεγαλύτερη ευθύνη την έχει η Δύση. Αν ήθελε πραγματικά, σε μια το πολύ δύο μέρες, θα σταματούσε τα πάντα, και θα γλίτωναν χιλιάδες ζωές. Μετά από χρόνια, έστω και με καθυστέρηση, η Γαλλία μέσω του προέδρου της Εμμανουέλ Μακρόν, και η Γερμανία με τον τότε, προσωρινό  ομοσπονδιακό πρόεδρο της, τον Φρανκ Βάλτερ Σταϊνμάιερ, ζήτησαν ιστορική συγγνώμη για την τραγική και αιματοβαμμένη στάση τους. Μέσα σε όλο αυτό το δράμα που έγινε τότε το ποδόσφαιρο έσωσε ζωές. Εκείνο που δεν έκαναν οι πολιτικοί το έκανε ο «βασιλιάς των σπορ». Μια μοναδική, αληθινή ιστορία που μας έδειξε το φως και όχι το σκοτάδι.

Ήταν 6 Μαρτίου του 1994, όταν ο Έρικ Γιουζέν «Tοτό» Μουράνγκουα (Eric Eugène «Toto» Murangwa) γύρισε εξαντλημένος στο σπίτι του. Να πούμε εδώ, ότι η λέξη «Tοτό» σημαίνει «Νεαρός» στα Σουαχίλι, και ήταν το παρατσούκλι, με το οποίο ήταν γνωστός στους οπαδούς της  Ραγιόν Σπορτ (Rayon Sport), στην οποία είχε ενταχθεί, ως αγόρι, πριν κάνει το ντεμπούτο του στην πρώτη ομάδα στα 16 του. Ήταν πολύ κουρασμένος, μετά από ένα μακρύ ταξίδι, που έγινε με το λεωφορείο προς το Νότιο Σουδάν, όπου η ομάδα του, είχε παίξει κόντρα στην Αλ Χιλάλ. Ο ίδιος, βασικός τερματοφύλακας, στον πηγαιμό είχε παρατηρήσει κάτι περίεργο. Στα σύνορα υπήρχαν μπλόκα, από πολιτοφύλακες και στρατιωτικούς που εξέταζαν ποιος είναι Τούτσι και ποιος είναι Χούτου. Στη Ρουάντα η Ραγιόν Σπορτ ήταν ο πιο δημοφιλής σύλλογος. Είχε στο ρόστερ τρεις μόνο Τούτσι. Ο ένας από αυτούς, ήταν ο Έρικ 19 ετών τότε. Ο ίδιος αφηγείται ότι δεν έδινε σημασία στο τι γινόταν στη χώρα εκείνη την εποχή. Το λεωφορείο από το Κιγκάλι πέρασε από οδοφράγματα, μέρη όπου καίγονταν λάστιχα, ενώ παράλληλα η ιαχή׃ «Τούτσι κατσαρίδες», ακουγόταν παντού. Εκείνος όμως σκεφτόταν μόνο το ματς. Η Ραγιόν κέρδισε τελικά με 0-1. Όταν επέστρεψε στη Ρουάντα, οι παίκτες αντίκρισαν εικόνες χάους. Μέσα στο χάος όμως, οι πολιτοφύλακες είχαν δέσει σημαίες της ομάδας, στα ΑΚ-47 και κερνούσαν μπύρες στα μέλη της. Ο σύλλογος ήταν, όπως φαίνεται ο μόνος που δεν είχε μπει στη «δίνη» Χούτου-Τούτσι.

Στις 6 Απριλίου του 1994 στις 4 τα χαράματα, η πόρτα του σπιτιού όπου έμενε ο Έρικ ανοίγει βίαια. Ο ίδιος και ο συγκάτοικός του ξυπνάνε και αντικρίζουν κάνες και ματσέτες να τους απειλούν. Ένας από τους πολιτοφύλακες κλωτσάει το τραπέζι και ένα άλμπουμ πέφτει στο πάτωμα. Και οι δύο έχουν πέσει στο πάτωμα, όπως τους διέταξαν. Ο «Tοτό» λέει στους πολιτοφύλακες, ότι είναι δύο απλοί ποδοσφαιριστές, αλλά εκείνοι δεν τους ακούν. Αρχίζουν να καταστρέφουν το σπίτι, κατεδαφίζοντας βιβλιοθήκες, ντουλάπια, πιατικά, πόρτες. Ο αρχηγός της ομάδας της πολιτοφυλακής κλωτσάει μια καρέκλα, και κάθεται πάνω από τα κεφάλια των δύο παικτών για να τους σκοτώσει. Το μάτι του πέφτει στο άλμπουμ που είναι ανοιχτό σε μια φωτογραφία της ομάδας της Ραγιόν. Τότε ρωτάει με φωνή που έμοιαζε με «βρυχηθμό λιονταριού» επιτακτικά׃

-Ποιοι είναι αυτοί?

-Είναι οι συμπαίκτες μου! Απαντάει ο «Tοτό».

-Τι εννοείς «συμπαίκτες»?

-Παίζω στη Ραγιόν Σπορτ!

-Είμαι οπαδός της Ραγιόν Σπορτ, πώς μπορείς να πεις ότι παίζεις για αυτούς? Μου λες ψέματα και δεν πρόκειται να το ανεχτώ. Επρόκειτο να σε σκοτώσουμε αργότερα, αλλά τώρα έχεις βρει γρήγορα τον θάνατό σου!! Την ίδια στιγμή σηκώνει το άλμπουμ, το πετάει στον αέρα και οι φωτογραφίες άρχισαν να πέφτουν, με τον πρωταγωνιστή μας μέσα σε όλες. Ξαφνικά, κοιτάει τον «Tοτό» και του λέει:

-Είσαι ο «Tοτό»?

-Ναι! Εγώ είμαι!

-Γιατί δεν το είπες νωρίτερα?

-Μα το λέω την τελευταία μισή ώρα!

-Ουάου! Λοιπόν πως είσαι?

Και με αυτήν την ερώτηση, τότε, διώχνει τους πάντες από το σπίτι και μένει μόνος με τον τρομαγμένο παίκτη. Αρχίζουν να μιλάνε για το ματς. Του λέει πόσο τους θαύμασε και πόσο περήφανος ένιωσε για τη νίκη κόντρα στην Αλ Χιλάλ!! Πριν φύγει του λέει να αφήσει ανοιχτές τις κουρτίνες και την πόρτα ώστε το σπίτι να δείχνει άδειο. Εκείνος, τρομοκρατημένος περιμένει στο σπίτι του, αλλά δεν μπορεί να μείνει για πάντα εκεί. Σκέφτεται να πάει στο σπίτι κάποιου Χούτου συμπαίκτη του. Υπήρχε κοντά ένα κτήριο στο οποίο έμεναν οι περισσότεροι (Χούτου) της ομάδας. Περπάτησε προσέχοντας τις αλλαγές, στις βάρδιες των πολιτοφυλάκων, και διένυσε μερικά τετράγωνα γεμάτα πτώματα. Πήγε στο σπίτι όπου όλα ήταν μια εικονική πραγματικότητα. Οι συμπαίκτες έπαιζαν χαρτιά και έβλεπαν τηλεόραση για να περάσει η ώρα. Οι Χούτου της ομάδας ρίσκαραν κρύβοντας τον στο σπίτι τους. Αν τους έπιαναν θα τους εκτελούσαν και αυτούς. Ειδικά ο Λογκίν που ήταν αυτός που έφερε τον «Tοτό» μέσα στο κτίριο και τα έτρεχε όλα.

Ο Λογκίν έψαχνε τρόπο να τον βγάλει από τη χώρα. Επειδή είχε σχέση με τον Ζούζου, ο οποίος ήταν οπαδός της ομάδας, είχε μια τρελή ιδέα. Δεν υπήρχε πιο ασφαλές μέλος για έναν Τούτσι, από το σπίτι ενός βασικού εκτελεστή της γενοκτονίας. Ο Λογκίν και ο «Tοτό» ξεκινούν κρυφά και πάνε στο σπίτι του Ζούζου, παρά το φόβο του «Tοτό». Όταν χτύπησαν την πόρτα τους άνοιξε ο ίδιος και με χαμόγελο τους είπε׃ «Χαίρομαι που είσαι ζωντανός». Τελικά έμεινε μια βδομάδα στο σπίτι του Ζούζου. Τον έβλεπε να φεύγει κάθε πρωί ξέροντας ότι πήγαινε να σκοτώσει Τούτσι. Ο Λόγκιν ερχόταν να τον ενημερώσει τακτικά για το τι συνέβαινε στους δρόμους. Στη βδομάδα πάνω οι γείτονες του Ζούζου, κατέδωσαν ότι υπάρχει ένας Τούτσι στο σπίτι του. Ο «Tοτό» πήγε σε κάποιο τοπικό φύλαρχο μαζί με το Λογκίν ώστε να πάρει πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα και να φύγει από τη χώρα. Μόλις μπήκε στο γραφείο ένας φρουρός τον είδε και τον πυροβόλησε. Η σφαίρα του έσκισε τον ώμο. Επειδή υπήρχε μια αφίσα της Ραγιόν Σπορτ στον τοίχο τον αναγνώρισαν. Του είπαν׃ «Τρέξε»! Γύρισε στο σπίτι του Λογκίν. Αυτός του ξανά είπε ότι έπρεπε να τον βγάλει από τη χώρα ο Ζούζου. Πήγαν ξανά στο σπίτι του, όπου έμεινε τρεις μέρες. Τότε ο (Ζούζου) τον έβαλε σε ένα τζιπ, με ένα φρουρό μπροστά και ένα φρουρό πίσω του. Αν τους σταματούσαν θα έλεγαν ότι πάνε να τον εκτελέσουν. Μόλις πέρασαν τα σύνορα με το Σουδάν τον άφησαν στην ζούγκλα. Είχε φύγει από τη χώρα.

Μετά τη γενοκτονία ο «Tοτό» επέστρεψε στη Ρουάντα. Από την ομάδα της Ραγιόν είχαν επιζήσει μόλις έξι παίκτες. Το πρώτο ματς κόντρα στην Κιβόγιου Σπορτ ήταν το πρώτο ματς μετά τη γενοκτονία. Συνολικά 15.000 θεατές βρέθηκαν εκεί για να ξεπλύνουν μνήμες, φόνους, τρόμο και πληγές. Κανείς δε θυμάται πόσο τελείωσε εκείνο το ματς. Και κανέναν δεν ενδιέφερε. Το σημαντικό ήταν ότι το ματς έγινε χωρίς να σκοτωθεί κανένας. Ο «Tοτό» σε ένα ματς της εθνικής του στην Αγγλία ζήτησε άσυλο. Πήγε στην Μεγάλη Βρετανία, όπου ζει από τότε, και ίδρυσε έναν οργανισμό όπου μέσω του ποδοσφαίρου διδάσκει τα παιδιά διαχείριση κρίσεων. Ο Ζούζου μετά τη γενοκτονία άλλαξε όνομα και πήγε στο Σικάγο όπου κρυβόταν δουλεύοντας ως κληρικός και έμπορος σε μαγαζί με οπωροκηπευτικά. Το 2011 οι αμερικανικές αρχές τον συνέλαβαν και τον εξέδωσαν στη Ρουάντα για να δικαστεί ως εγκληματίας για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Ο Λογκίν συνελήφθη ως προδότης και εκτελέστηκε. Όπως και ο συγκάτοικος του στην αρχή της ιστορίας. Πάνω από 30 μέλη της οικογένειας του «Tοτό» δολοφονήθηκαν κατά τη γενοκτονία της Ρουάντα!! Αυτή ήταν η ιστορία της γενοκτονίας και η ιστορία πως ένα άθλημα, μια μπάλα ποδοσφαίρου, μπορεί να σώσει μια ζωή. Και δεν ήταν μόνο αυτή η ζωή που τα κατάφερε. Χιλιάδες σώθηκαν χάρη στο ποδόσφαιρο. Μέχρι σήμερα είτε στην Αφρική, είτε σε οποιοδήποτε μέρος της γης, το «μαγικό» αυτό παιχνίδι σώζει ζωές. Και αυτό γιατί όσο και αν προσπαθούν το σκοτάδι και η φρίκη να κυριαρχήσουν, θα βρίσκουν απέναντι το φως και την καλοσύνη… Η ελπίδα, η πίστη, η συμπόνια, η αλληλεγγύη και η αγάπη θα είναι εκεί και θα επικρατούν για πάντα…

Από τον Ευστράτιο Φωτεινό

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here