Μερικές φορές είναι τόσο παράξενα όλα σε αυτή τη ζωή. Η μοίρα παίζει παιχνίδια που κανένας μας δεν μπορεί να φανταστεί. Και το πεπρωμένο του καθενός είναι καθορισμένο. Μπορεί εμείς οι άνθρωποι να θέλουμε, και να προσπαθούμε να αλλάξουμε το μέλλον μας, αλλά στο τέλος, κανένας δεν ξεφεύγει από αυτό που του έχει γραφτεί. Σήμερα το art of football θα σας ταξιδέψει στη «μαύρη ήπειρο». Θα πάμε στην Αφρική και συγκεκριμένα στη Ζάμπια. Εκεί που το 1993 η καλύτερη «φουρνιά» που έβγαλε ποτέ η χώρα έσβησε σε μια στιγμή. Ημερομηνία 27 Απριλίου του 1993 και όλοι οι κάτοικοι πέφτουν σε εθνικό πένθος. Στη χώρα που βρίσκεται στη νότια πλευρά της Αφρικής, ένα «σύννεφο» θλίψης, πόνου, σπαραγμού έχει σκεπάσει τα πάντα. Η ομάδα που θα άφηνε εποχή και θα ήταν η νέα ποδοσφαιρική δύναμη στην Αφρική δεν υπάρχει πια.

Με τις μνήμες εκείνης της ομάδας «γαλουχήθηκαν» όλες οι επόμενες ποδοσφαιρικές γενιές της χώρας, αλλά ποτέ δεν κατάφεραν να την ξεπεράσουν. Ίσως το βάρος της ευθύνης, ίσως η ολική καταστροφή του ποδοσφαίρου, στη χώρα που επέφερε εκείνη η τραγωδία, τα αποτελέσματα δεν ήταν τα επιθυμητά. Βέβαια πλησίασαν οι επόμενες (γενιές) δύο φορές το «θαύμα». Η πρώτη ήταν η υπηρεσιακή ομάδα που «συναρμολογήθηκε», εν ριπή οφθαλμού μετά την τραγωδία,  και που κατάφερε να φτάσει έναν αγώνα από τη συμμετοχή της, στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994, και ένα γκολ από την κατάκτηση του Αφρικανικού Πρωταθλήματος της ίδιας χρονιάς. Δεύτερη εξαίρεση αποτελεί η ομάδα που στις 12 Φεβρουαρίου του 2012 απότισε τον ύψιστο φόρο τιμής στα θύματα του 1993. Η ομάδα του Ερβέ Ρενάρ που ανακηρύχθηκε πρωταθλήτρια της «μαύρης ηπείρου».

Ας τα πάρουμε όμως όλα από την αρχή. Όπως έχουμε αναφέρει και σε προηγούμενα κείμενα μας η πολιτική δυστυχώς παίζει μεγάλο ρόλο στο ποδόσφαιρο. Ειδικά σε τέτοιες χώρες που υπάρχουν περίεργα και σκοτεινά πράγματα. Στη δεκαετία του 80′ το ποδόσφαιρο στη Ζάμπια είχε μεγάλη ανάπτυξη και γίνονταν τεράστιες επενδύσεις. Αυτό προερχόταν από την ταχέως αναπτυσσόμενη κρατική βιομηχανία χαλκού και από την κυβέρνηση. Ο πρόεδρος Κένεθ Καούντα λάτρευε το ποδόσφαιρο, και μαζί με αρκετούς πολιτικούς της εποχής, στήριξε αρκετά τη δημιουργική προσπάθεια της εθνικής ομοσπονδίας (FAZ). Όμως τα καλά δεν κρατάνε πολύ. Τα τέλη της δεκαετίας, βρήκαν τα οικονομικά της χώρας σε χαώδη και τραγική κατάσταση.

Η Ζάμπια, αναγκάστηκε να αποσυρθεί, από τη διοργάνωση του Αφρικανικού Πρωταθλήματος του 1988 κι ο επί 27 χρόνια πρόεδρος Καούντα καταψηφίστηκε το 1991. Τα ορυχεία χαλκού πέρασαν σε ιδιώτες και η χρηματοδότηση του ποδοσφαίρου στέρεψε. Τα ταμεία της  αντιμετώπισαν σοβαρά προβλήματα ρευστότητας, που διαφαίνονταν ακόμα και σε απλές αποστολές της εθνικής ομάδας σε εκτός έδρας υποχρεώσεις. Τα ταξίδια με ιδιωτικά τσάρτερ, ήταν πλέον απαγορευτικά και συχνά, τα ταμειακά διαθέσιμα δεν επαρκούσαν ακόμα ούτε για ταξίδια με πολιτικά αεροπλάνα. Η FAZ απευθυνόταν στην εθνική πολεμική αεροπορία για βοήθεια, δανειζόμενη διάφορα απαρχαιωμένα αεροσκάφη για τις μετακινήσεις της.

Η κατάσταση έγινε ακόμα χειρότερη όταν τον Αύγουστο του 1992, αποκαλύφτηκε νέο οικονομικό σκάνδαλο και εξαφανισμένα πολλά εκατομμύρια. Χρήματα που πήγαν σε τσέπες.  Και όλα αυτά συνέβησαν μόλις πριν την έναρξη των προκριματικών του Μουντιάλ. Ο πρόεδρος της Τζαμπς Ζούλου και ο συνεργάτης του Γουίλφριντ Μονάνι αποβλήθηκαν από τους «κόλπους» της ομοσπονδίας, μετά την «εξαφάνιση» των εσόδων, από μία περιοδεία της εθνικής ομάδας στη Νότια Κορέα. Το περίεργο και αξιοσημείωτο είναι, πως οι ποδοσφαιριστές και όλο το τεχνικό τιμ δεν επηρεάζονταν καθόλου από όλα που γίνονταν. Είναι λες και τα σκάνδαλα, οι απάτες και όλα όσα συνέβαιναν στην ομοσπονδία δεν τους αφορούσαν. Το 1988 στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Σεούλ η Ζάμπια «εξέπληξε» τον κόσμο και πήρε το θαυμασμό όλου του πλανήτη. Η Ιταλία κυριαρχούσε ποδοσφαιρικά εκείνη την εποχή. Οι Στεφάνο Τακόνι, Τζιανλούκα Παλιούκα, Μάουρο Τασότι, Τσίρο Φεράρα, Μάσιμο Κρίπα, Πιέτρο Πάολο Βίρντις και Αλμπερίγκο Εβάνι ήταν μερικά από τα ονόματα εκείνης τη ολυμπιακής ομάδας της «σκουάντρα ατζούρα». Στη σύνθεση της υπήρχαν τέσσερις παίκτες της Μίλαν, τέσσερις της Γιουβέντους, τέσσερις της Νάπολι, δύο της Ρόμα, δύο της Σαμπντόρια, δύο της Τορίνο και από έναν εκπρόσωπο είχαν Φιορεντίνα και Βερόνα.

Ο προπονητής της αφρικανικής χώρας Σάμουελ Ντλοβού, στον αντίποδα, είχε στη διάθεσή του δεκαπέντε παίκτες που αγωνίζονταν στη Ζάμπια, τέσσερις παίκτες που έβγαζαν το «ψωμί»  τους στο Βέλγιο και έναν που αγωνιζόταν στην ελβετική Σιόν. Η ομαδικότητας εκείνης της εθνικής ομάδας ήταν απαράμιλλη και η Ιταλία δεν μπορούσε να την ανταγωνιστεί. Στη δεύτερη αγωνιστική, του πρώτου ομίλου στο ποδοσφαιρικού τουρνουά, οι «χάλκινες σφαίρες» διέλυσαν την ομάδα του Φραντσέσκο Ρόκα με μια μεγαλοπρεπή τεσσάρα. Μεγάλος πρωταγωνιστής ο 25χρονος επιθετικός Καλούσα Μπουάλια που σημείωσε χατ τρικ. Ο άσσος της Σερκλ Μπριζ, ο οποίος εξελίχθηκε στον κορυφαίο ποδοσφαιριστή όλων των εποχών της χώρας, ολοκλήρωσε το τουρνουά με έξι γκολ. Αλλά  δεν μπόρεσε να βοηθήσει τη χώρα του στα προημιτελικά, κόντρα στη Δυτική Γερμανία του Τόμας Χέσλερ, του Γίργκεν Κλίνσμαν και του Καρλ Χάιντς Ρίντλε. Η ήττα με 4-0 δε μείωσε καθόλου την επιτυχία της 5ης  θέσης στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Η επιστροφή στην πατρίδα συνοδεύθηκε από καθολική αναγνώριση και ενθουσιασμό.

Γενικά το ποδόσφαιρο στη Ζάμπια γνώρισε μεγάλες διακρίσεις και σε διασυλλογικό επίπεδο. Οι Νκάνα Ρεντ Ντέβιλς έφτασαν μέχρι τον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1990 και οι Πάουερ Ρέιντζερς (κορυφαίο όνομα πραγματικά!), πανηγύρισαν το Κύπελλο Κυπελλούχων τον επόμενο χρόνο. Σπουδαία επιτεύγματα. Στα προκριματικά του Μουντιάλ της Ιταλίας το 1990 το «εισιτήριο» της πρόκρισης, χάθηκε στον τελευταίο αγώνα κόντρα στην Τυνησία. Στην επόμενη διοργάνωση, όμως, ο Καλούσα Μπουάλια και η παρέα του ήταν έτοιμη για την υπέρτατη διάκριση. Ο Μπουάλια, ή Καλούσα όπως αποκαλείται στην πατρίδα του γιατί το επώνυμο είναι πολύ συνηθισμένο, εκμεταλλεύθηκε τη φήμη που απέκτησε στο εν λόγω τουρνουά. Σε ηλικία 20 ετών τον είχε ανακαλύψει ένας Βέλγος σκάουτ που τον πήρε μαζί του στη Σερκλ Μπριζ και μετά τους Ολυμπιακούς της Σεούλ μετακόμισε στην Αϊντχόφεν, μία μεταγραφή που όχι μόνο του εκτόξευε την καριέρα, αλλά κυριολεκτικά του έσωζε τη ζωή.

Η Ζάμπια κέρδισε τα δυο πρώτα παιχνίδια της πρώτης  προκριματικής φάσης, με «αιχμή του δόρατος» τον Μπουάλια. Ακολουθούσε ένα ταξίδι στη Μαδαγασκάρη, με τη FAZ να χρησιμοποιεί ένα αεροσκάφος τύπου «Buffalo DHC-5D»  από την πολεμική αεροπορία. Το συγκεκριμένο αεροσκάφος κατασκευάστηκε το 1975 και είχε αποσυρθεί για πέντε μήνες, από το τέλος του 1992 μέχρι τις 21 Απριλίου του 1993. Μετά την ανακαίνισή του, έκανε δύο δοκιμαστικές πτήσεις μέσα σε τέσσερις  ημέρες, με τους ελεγκτές να εντοπίζουν μία σειρά δυσλειτουργιών στις μηχανές, από προβλήματα στα φίλτρα λαδιού μέχρι κομμένα καλώδια!! Όταν το κυβερνήτης το προσγείωσε στο Μαλάουι για ανεφοδιασμό, υπήρξε διαφωνία αναφορικά με την πληρωμή των καυσίμων. Μετά από πολλές ώρες παραμονής στον αεροδιάδρομο, το σκάφος απογειώθηκε για το 5ωρο ταξίδι πάνω από τον Ινδικό Ωκεανό. Ο πιλότος επέμεινε ώστε οι ποδοσφαιριστές να φορέσουν τα σωσίβιά τους και εκείνοι αστειεύτηκαν, με τον Τζόνσον Μπουάλια να τραβάει φωτογραφίες με τους εξοπλισμένους συμπαίκτες του. Ο Καλούσα θυμάται πως οι συμπαίκτες του πάντα έλεγαν ότι׃ «αυτό το αεροπλάνο θα μας σκοτώσει κάποια μέρα». Που να ήξεραν τότε ότι το αστείο τους θα έβγαινε αληθινό με τον πιο μακάβριο τρόπο.

Η ομάδα στο συγκεκριμένο παιχνίδι ήταν «κακή» και έχασε δίκαια. Αυτό είχε συνέπεια να απολυθεί ο  ο Ντλοβού. Αντικαταστάτης του ήταν ο κορυφαίος παίκτης στην ιστορία της χώρας μέχρι εκείνη τη στιγμή, και αρχισκόρερ ακόμα και σήμερα, (με δεύτερο τον Τσόλα και  τρίτο τον Μπουάλια), Γκόντφρεϊ Τσιτάλου. Ένα σκηνικό που έγινε πριν τη μοιραία πτήση τα «έλεγε» όλα. Επιστρέφοντας από έναν αγώνα για τα προκριματικά του Αφρικανικού Πρωταθλήματος (που διεξάγονταν παράλληλα) στον Μαυρίκιο, ο νεαρός επιθετικός Κέλβιν Μουτάλε, μιλούσε με τη δημοσιογράφο Μπιούτι Λουπίγια, και την καθησύχαζε λέγοντάς της πως ακόμα κι αν το αεροπλάνο πέσει, θα επιπλεύσει στον ωκεανό και δε θα υπάρξει πρόβλημα. Η δημοσιογράφος του ζήτησε, να χαλιναγωγήσει τη φαντασία του, αλλά κι οι δύο παρατηρούσαν με αγωνία την απόπειρα του αεροσκάφους να πάρει ύψος.

Μία εβδομάδα αργότερα είχε έρθει η ώρα για την αναμέτρηση με τη Σενεγάλη, στο Ντακάρ, για τα προκριματικά του Μουντιάλ. Η αποστολή συγκεντρώθηκε, αλλά από αυτήν έλειπαν τα δυο μεγάλα ονόματα. Ο Μπουάλια θα ερχόταν από το Άμστερνταμ, αφού βρισκόταν στην Ολλανδία λόγω Αϊντχόφεν, ενώ ο μέσος της Άντερλεχτ Τσαρλς Μουσόντα ήταν τραυματίας κι έμεινε εκτός αποστολής. Δεκαοκτώ ποδοσφαιριστές, ο προπονητής Τσιτάλου και το επιτελείο του, ο πρόεδρος της FAZ, ένας δημόσιος υπάλληλος κι ένας δημοσιογράφος, μαζί με τα πέντε άτομα του πληρώματος, επιβιβάστηκαν στο καταραμένο «Buffalo DHC-5D»  για ακόμα ένα ταξίδι στον αφρικανικό ουρανό. Αυτό που δεν γνώριζαν είναι πως επρόκειτο για το τελευταίο τους. Ακόμα και σήμερα, όμως, το γιατί αποτελεί μυστήριο. Το πλάνο του 44χρονου πιλότου, Φέντον Μάικ Μχόνε, περιελάμβανε τρεις στάσεις για ανεφοδιασμό. Στο  Μπραζαβίλ (Δημοκρατία Κονγκό), Λιμπρεβίλ (Γκαμπόν) και Αμπιτζάν (Ακτή Ελεφαντοστού).

Αυτό το στοιχείο και μόνο καταδεικνύει την ανεπάρκεια του αεροσκάφους για ένα τέτοιο ταξίδι. Στον τελευταίο σταθμό ανεφοδιασμού, η αποστολή θα διανυκτέρευε για να αναχωρήσει την επομένη για την πρωτεύουσα της Σενεγάλης. Η κακή μέρα φάνηκε από το πρωί. Η πτήση ήταν προγραμματισμένη να αναχωρήσει στις 4:00 τα ξημερώματα, αλλά εν τέλει απογειώθηκε με 8ωρη καθυστέρηση. Και κάπου εκεί αρχίζει η περιδίνηση με σενάρια που ακόμα και σήμερα δεν έχουν διευκρινιστεί. Ένα εξ αυτών, θέλει το αεροσκάφος να αντιμετωπίζει προβλήματα πριν εισέλθει στον εναέριο χώρο της Δημοκρατίας του Κονγκό, αφού επρόκειτο για στρατιωτικό. Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, ο πιλότος δεν πήρε σχετική άδεια και αποφάσισε να πετάξει κατευθείαν στο Λιμπρεβίλ. Το επικρατέστερο σενάριο, όμως, είναι πως προσγειώθηκε στο Μπραζαβίλ και μάλιστα εντόπισε κάποια μηχανικά προβλήματα, τα οποία ζήτησε να εξετάσουν οι μηχανικοί του αεροδρομίου. Αυτό συνέβη αργότερα, στην Γκαμπόν, και μάλιστα, σύμφωνα με πληροφορίες από το BBC, ένας μηχανικός έκανε κάποιες ρυθμίσεις στο αεροσκάφος. Υπάρχει, δε, κι ένα σενάριο που αναφέρει πως ο πιλότος δεν έκανε κανένα παράπονο για μηχανικά προβλήματα.

Το βέβαιο είναι πως όταν το αεροπλάνο έφτασε στα 6.000 πόδια μετά την απογείωσή του από την Γκαμπόν, η επαφή με τον πύργο ελέγχου σταμάτησε, αφού ήδη είχε χαραχθεί πορεία για Αμπιτζάν. Δύο λεπτά μετά την απογείωση από το αεροδρόμιο του Λιμπρεβίλ, το αεροπλάνο εξερράγη. Αλλά και πάλι οι τοποθετήσεις είναι διαφορετικές. Κάποιοι αυτόπτες μάρτυρες αναφέρουν πως έγινε μία έκρηξη, άλλοι είδαν δύο και άλλοι είδαν μία αχτίδα φωτός να πέφτει στο σκαρί του αεροπλάνου και ακολούθως να ακούγονται δύο εκρήξεις. Λίγο μετά το δυστύχημα ο αθλητικογράφος της της «Zambia Daily Mail» Γκολάιαθ Μουνγκόνγκε, ο οποίος θα βρισκόταν κι αυτός στο αεροπλάνο, εάν η πτήση δεν αναχωρούσε τόσο νωρίς από την Λουσάκα (δεν γνώριζε για την 8ωρη καθυστέρηση) και προλάβαινε να πάρει χρήματα από την τράπεζα.

Αν η μοίρα θέλει να ζήσεις… Ο δημοσιογράφος με την έρευνα που έκανε ανέφερε τα εξής׃ «Σύμφωνα με μία φήμη, το αεροπλάνο καταρρίφθηκε σε μία άσκηση από πύραυλο που εκτοξεύθηκε από μία πρώην γαλλική βάση, η οποία ανήκει στην εθνοφρουρά της Γκαμπόν. Έτσι εξηγείται η αχτίδα φωτός. Εξάλλου, επρόκειτο για στρατιωτικό αεροπλάνο που είχε καθυστερήσει και ίσως κανείς δεν το περίμενε. Άλλη μία φήμη αναφέρει πως υπήρχε βόμβα στο αεροπλάνο. Μία άλλη, η οποία έχει σκορπιστεί παντού, λέει πως η ομάδα είναι ζωντανή, οι παίκτες κρατούνται αιχμάλωτοι στην Γκαμπόν και πως τα πτώματα που βρέθηκαν ήταν πτώματα πολιτικών κρατουμένων της Γκαμπόν».

Δυστυχώς όλοι οι επιβαίνοντες του αεροσκάφους ανασύρθηκαν νεκροί. Οι προσπάθειες περισυλλογής δεν είχαν κάποια θετική έκβαση, και δώδεκα ώρες μετά το δυστύχημα και ορισμένες υπόγειες διαβουλεύσεις, διπλωματικούς διαξιφισμούς (πόσο τραγικό να γίνονται αυτά ενώ υπάρχουν νεκροί), μεταξύ Ζάμπια και Γκαμπόν, αποφασίστηκε να γίνουν ανακοινώσεις. Οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών «πάγωσαν», αφού καμία δεν ήθελε να πληρώσει για τις έρευνες (δεν υπήρχε «μαύρο κουτί» γιατί το αεροπλάνο ήταν στρατιωτικό), και η μία έριχνε το φταίξιμο στην άλλη. Ακόμα και ο κόσμος, με τον καιρό ανέπτυξε έχθρα για την Γκαμπόν, και ονόμαζε με αυτό το όνομά κάθε πεπαλαιωμένο, προβληματικό μηχανοκίνητο όχημα, κάθε σακαράκα. Στην τηλεόραση εμφανίστηκε ο κορυφαίος σπορτκάστερ της Ζάμπια, Ντένις Λιουέουε, ο οποίος με γνήσιο πένθος και κόκκινα μάτια από τα δάκρυα, ανακοίνωσε την είδηση, αναφωνώντας για 20 λεπτά τα ονόματα των ποδοσφαιριστών ειδώλων της χώρας.

Μια συγκλονιστική στιγμή είναι η αφήγηση που κάνει ο Μπουάλια׃ «Θα πήγαινα για τρέξιμο. Ήταν απογευματάκι. Είχα ντυθεί και χτύπησε το τηλέφωνο. Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ο λογιστής της ομοσπονδίας από τη Λουσάκα. Ήταν κάτι διαφορετικό, γιατί συνήθως μου τηλεφωνούσε ο γραμματέας, αλλά σκέφτηκα πως το τηλεφώνημα είχε να κάνει με το ταξίδι μου. Ο λογιστής μου ακουγόταν παράξενος. Με ρώτησε πώς είσαι, Καλούσα? Του απάντησα πως ήμουν καλά. Πως αισθάνεσαι? με ρώτησε. Του είπα καλά. Τίποτε άσχημο? Τίποτα. Συνέχισε έτσι και δεν ήξερα τι συμβαίνει. Δεν μπορούσε να μου πει τα άσχημα νέα. Εν τέλει, μου είπε πως θα έπρεπε να καθυστερήσω το ταξίδι μου. Γιατί έτσι? τον ρώτησα. Μου είπε ότι τα παιδιά στην ομάδα δεν έφτασαν στην Ακτή Ελεφαντοστού, όπου θα περνούσαν τη νύχτα. Δεν έφτασαν? ρώτησα. Πώς είναι δυνατόν? Μου είπε πως κάτι έγινε με το αεροπλάνο. Κάτι με το αεροπλάνο? ρώτησα. Είπε πως υπήρχαν επιβεβαιωμένες αναφορές πως το αεροπλάνο κατέπεσε και πως όλοι ήταν νεκροί. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Είπα πως δεν μπορεί να είναι αλήθεια. Αλλά όταν άνοιξα το BBC και το CNN  ήταν εκεί. Το αεροπλάνο είχε συντριβεί. Ήταν όλοι νεκροί».

Δεκάδες  χιλιάδες κόσμου είπαν το «στερνό» αντίο στην εθνική ομάδα που, μέχρι πριν λίγες εβδομάδες τους έκανε περήφανους. Τα τριάντα φέρετρα που κατά ειρωνικό τρόπο αφίχθησαν αεροπορικώς, πίσω στη Λουσάκα χρειάστηκαν τρεις ώρες για να φτάσουν μέχρι το «Στάδιο Ανεξαρτησίας», το εθνικό στάδιο της χώρας, που κανονικά απέχει δεκαπέντε λεπτά από τον αερολιμένα και όπου θα ενταφιάζονταν τα θύματα. Τα ξύλινα φέρετρα απλώθηκαν κατά μήκος του αγωνιστικού χώρου κατά το τριήμερο εθνικό πένθος. Την τελευταία μέρα, στις 3 Μαΐου, περίπου 100.000 άνθρωποι που συγκεντρώθηκαν έξω από το γήπεδο, άκουσαν το διάγγελμα του προέδρου της χώρας Φρέντερικ Τσιλούμπα. Η «Daily Mail» στο πρωτοσέλιδό της έγραφε׃ «Οι ήρωες αναπαύονται». Μάλιστα στο ρεπορτάζ της ανέφερε πως 130 άτομα λιποθύμησαν και πως δύο έγκυες γυναίκες γέννησαν μεταξύ του κοινού. Ο Μόρις Γκουεμπέντε, ένας 30χρονος μηχανικός και φίλος του ποδοσφαίρου, ενδεικτικό της ατμόσφαιρας που επικρατούσε εκείνες της ημέρας στη χώρα της νότιας Αφρικής παραδέχεται׃ «Για μία ολόκληρη εβδομάδα, δεν άξιζα τίποτα. Δεν ήθελα να μιλάω με κανέναν. Ήθελα να είμαι μόνος μου. Καθόμουν στο στάδιο στην κηδεία και αναρωτιόμουν εάν θα μπορούσα να παρακολουθήσω ξανά ποδόσφαιρο. Σκεφτόμουν αυτά τα παιδιά. Τους ήξερα. Πώς γινόταν να μην τους ξαναδώ»?

Οι σκέψεις ήταν κοινές σε όλους τους πολίτες της χώρας. Το κακό είναι ότι ο υπόλοιπος πλανήτης δεν έδωσε τη σημασία που έπρεπε. Όπως είχε κάνει με το αεροπορικό ατύχημα της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, της Τορίνο και πρόσφατα με τη Σαπεκοένσε. Η ζωή προχωρούσε, όμως, όπως κάνει πάντα, και όλος ο κόσμος επιχείρησε να γυρίσει σελίδα. Μεταξύ αυτών και η FAZ, η οποία ζήτησε προθεσμία δύο μηνών από τη FIFA για να επιστρέψει στις αγωνιστικές υποχρεώσεις της. Η ομοσπονδία στράφηκε στον μοναδικό άνθρωπο που θα μπορούσε να οδηγήσει την ομάδα στην έξοδο από αυτό το τραγικό τούνελ, τον Μπουάλια. Ο επιθετικός της Αϊντχόφεν λατρευόταν από τον κόσμο και ήταν ικανός να «σπείρει» την ελπίδα στις ψυχές των ντόπιων. Η προσπάθεια ανασυγκρότησης από τις στάχτες του φοίνικα από τη Ζάμπια κράτησε ένα μήνα. Προσκλήθηκαν τριάντα παίκτες από την κεντρική Ζάμπια και άλλοι τριάντα από τη βόρεια περιοχή. Τα δοκιμαστικά διεξήχθησαν και στις δύο περιφέρειες. Ο Καλούσα Μπουάλια και ο αδερφός του, Τζόελ, που έπαιζε στη βελγική Χαρελμπέκε, μαζί με ακόμα 2-3 ποδοσφαιριστές που αγωνίζονταν στο εξωτερικό, ήταν αυτόματες επιλογές για την επόμενη εθνική ομάδα. Οι υπόλοιποι ποδοσφαιριστές δεν είχαν εμπειρία, και σε συνδυασμό με τον ερασιτεχνικό χαρακτήρα των εγχώριων διοργανώσεων και τον δεισιδαιμονικό τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζαν κάποιοι παίκτες την εθνική μετά το δυστύχημα, η επιλογή μιας ενδεκάδας, πόσο μάλλον μιας ολόκληρης αποστολής, ήταν απαιτητική υπόθεση.

Προπονητής ορίστηκε ο Φρέντι Μουίλα, ένας παλαίμαχος που μετέφερε το όνομα της πατρίδας του πέρα από τον Ατλαντικό Ωκεανό, όταν αγωνίστηκε για ένα «φεγγάρι» στο NASL (τον πρόγονο του MLS) για λογαριασμό των Ατλάντα Τσιφς. Ο Μουίλα ήταν ομοσπονδιακός τεχνικός της Μποτσουάνα, αλλά δεν μπορούσε να αρνηθεί τη βοήθεια που ζητούσε η χώρα του σε τόσο κρίσιμες στιγμές. Γνώριζε από παιδιά αρκετούς καινούριους διεθνείς και όταν κατάφερε να περιορίσει το ρόστερ σε περίπου τριάντα παίκτες, το Μαλάουι προσφέρθηκε να δώσει τρία φιλικά παιχνίδια για να συμβάλλει στην προετοιμασία της Ζάμπια. Ισοπαλία 1-1 στο πρώτο παιχνίδι, ήττα 1-0 στο δεύτερο και άνετη επικράτηση 4-2 στο τρίτο, σε μία αναμέτρηση που διαφάνηκε η πρώτη αχτίδα φωτός. Η τραγωδία είχε συγκινήσει αρκετούς παράγοντες εκτός χώρας και η απρόσμενη βοήθεια από το εξωτερικό κατέφθασε με κάθε μορφή. Οι χρηματικές δωρεές δεν αφορούσαν μόνο στις οικογένειες των θυμάτων αλλά και στην ανοικοδόμηση του εγχώριου ποδοσφαίρου.

Η Δανία προσέφερε ένα προπονητικό καμπ με όλα τα έξοδα πληρωμένα για ένα μήνα. Η διέξοδος της σκανδιναβικής χώρας ήταν αναγκαία ώστε οι παίκτες να ξεφύγουν από το πένθιμο κλίμα, εν όψει της επανόδου στις επίσημες υποχρεώσεις. Οι Δανοί αργότερα προσέφεραν κι έναν προπονητή, τον Ρόαλντ Πόουλσεν, για να προσφέρει με τις γνώσεις του. Οι Άγγλοι υπερθεμάτισαν με τον Ίαν Πόρτερφιλντ, που μόλις είχε απολυθεί από την Τσέλσι. Ο έμπειρος Άγγλος θα αναλάμβανε για τα προκριματικά του Μουντιάλ, με τους μισθούς του να καλύπτονται από την αγγλική ποδοσφαιρική ομοσπονδία. Βοηθός του ο Μουίλα. Πόσο αναγκαία και σπουδαία είναι η αλληλεγγύη. Μακάρι να το είχαμε όλοι οι άνθρωποι σε καθημερινή βάση. Τα αποτελέσματα ήρθαν γρήγορα. Το παιχνίδι κόντρα στη Σενεγάλη φυσικά είχε μετατεθεί εξαιτίας των τραγικών γεγονότων. Η επιστροφή της Ζάμπια στους αγωνιστικούς χώρους έγινε με την αναμέτρηση κόντρα στο Μαρόκο, στις 4 Ιουλίου του 1993. Θυμάται ο Μπουάλια λέγοντας׃ «Δεν είχα παίξει ποτέ μαζί, με τα τρία τέταρτα της ενδεκάδας. Ήμουν στην Ευρώπη όταν αυτά τα παιδιά μεγάλωναν και δεν τα γνώριζα».

Εκείνο το απόγευμα στο «Στάδιο της Ανεξαρτησίας», ανήμερα της αμερικανικής ανεξαρτησίας, ήρθε η ώρα της ψυχικής απελευθέρωσης και των Ζαμπιανών. Οι εξέδρες ήταν γεμάτες με κόσμο και όσοι δεν κατάφεραν να στριμωχτούν εντός του σταδίου, συνόδευσαν το λεωφορείο της ομάδας μέχρι το γήπεδο, μαζί με τα αστυνομικά οχήματα και τις μοτοσυκλέτες. Η επισημότητα έγκειται και στο γεγονός ότι το παιχνίδι παρακολούθησαν από κοντά πολλά σημαίνοντα πρόσωπα της κοινωνίας, όπως ο πρόεδρος Τσιλούμπα. Τα πράγματα δεν κύλησαν καλά στα πρώτα λεπτά. Το Μαρόκο πήρε προβάδισμα, και τότε ο κόσμος, γύρισε την πλάτη στον αγωνιστικό χώρο κι έστρεψε το βλέμμα του στους τάφους που βρίσκονταν έξω από το γήπεδο. Με μια φωνή όλοι έλεγαν׃ «Πού είστε τώρα που χρειαζόμαστε τη βοήθειά σας? Τι κάνετε γι’ αυτό?, φώναζαν στα πνεύματα, που πίστευαν ότι παρακολουθούσαν από ψηλά τον αγώνα. Κι επιβεβαιώθηκαν λίγο αργότερα (ανατριχίλα μόνο σε πιάνει). Ζάμπια-Μαρόκο= 2-1 και ακόμα και οι φιλοξενούμενοι άρχισαν να μιλούν δημοσίως για την παρουσία πνευμάτων που στήριξαν την προσπάθεια των αντιπάλων τους!! Ακολούθησε η «καταραμένη» αναμέτρηση στο Ντακάρ, που τελείωσε δίχως σκορ, και στον επαναληπτικό, η Ζάμπια διέλυσε 4-0 τη Σενεγάλη, με συνέπεια να πάρει προβάδισμα ενός βαθμού στον προκριματικό όμιλο, μόλις έναν αγώνα πριν το τέλος των προκριματικών.

Ο πιο σημαντικός αγώνας, ήταν κόντρα στο Μαρόκο στην Καζαμπλάνκα. Στο ημερολόγιο κυκλώνεται η 10η Οκτωβρίου. Η αποστολή έχει δυο επιλογές, νίκη και ισοπαλία, που ισοδυναμούν με Μουντιάλ στις ΗΠΑ. Παράλληλα με τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου, η Ζάμπια γνωρίζει αντίστοιχη επιτυχία στα προκριματικά του Αφρικανικού Πρωταθλήματος. Μετά τη «λευκή»  ισοπαλία με τη Σενεγάλη για το Μουντιάλ, χρονολογικά ακολούθησε ένας μήνας σε Γαλλία και Ολλανδία για περαιτέρω (δωρεάν) προετοιμασία και εντός έδρας νίκες επί της Νότιας Αφρικής και της Ζιμπάμπουε για τη σπουδαιότερη διοργάνωση της «μαύρης Ηπείρου». Ο Πόρτερφιλντ, ο οποίος δημιούργησε μία διαφορετικού τύπου εθνική παραδεχόμενος έλεγε׃ «Όταν παίζαμε εντός έδρας ήταν σαν να υπήρχε μόνο μία ομάδα να κερδίσει. Μετά την τραγωδία, η ομάδα ήταν το επίκεντρο ολόκληρης της χώρας». Η εθνική που χάθηκε στις ακτές του Λιμπρεβίλ διακατεχόταν από γενναίες ποσότητες ταλέντου, ενώ η διάδοχη εκδοχή της, ελλείψει αυτού του σημαντικού στοιχείου, δέθηκε με τα δεσμά της ομαδικότητας και αναπλήρωσε καθ’ αυτόν τον τρόπο ότι έχανε σε ικανότητα. Για το εκτός έδρας παιχνίδι με τη Ζιμπάμπουε, χιλιάδες Ζαμπιανοί επιχείρησαν το κοντινό ταξίδι στη Χαράρε, κατακλύζοντας τους δρόμους και φωνάζοντας «τσιπολοπόλο», το παρατσούκλι της χώρας, που στην τοπική διάλεκτο Νιάντζα σημαίνει «σφαίρες». Το τέρμα της ισοφάρισης από τον Μπουάλια έστειλε τη Ζάμπια στην τελική φάση του τουρνουά.

Με αυτό τον ενθουσιασμό και την εσωτερική δύναμη που αντλούσαν από τα «πνεύματα» των νεκρών, οι παίκτες της Ζάμπια ταξίδεψαν στην Καζαμπλάνκα για τα προκριματικά του Μουντιάλ. Η μοίρα, όμως, συνέχισε τα παιχνίδια της. Μετά τη χαρά από την πρόκριση στο Αφρικανικό Πρωτάθλημα, ήρθε η στενοχώρια από την ήττα 1-0. Μία αποτυχία που προέκυψε μετά από δυο δοκάρια, και κατόπιν τρομερών παραπόνων από τη διαιτησία του «μουντιαλικού», Ζαν Φιντέλ Ντιραμπά από την Γκαμπόν… Στο πρωτοσέλιδό της η «Zambia Daily Mail» έγραφε׃ «Τα υπονοούμενα για την Γκαμπόν θα εξακολουθήσουν να υφίστανται όσο θα υπάρχουν οι μνήμες από τη συντριβή, οι εξαγριωμένοι ερευνητές και το σχεδόν θριαμβευτικό μειδίαμα ενός διαιτητή ονόματι Ντιραμπά, αποτυπωμένα στο μυαλό της Ζάμπια».

Να πούμε σε αυτό το σημείο, αν και ήδη το έχετε καταλάβει, ότι το ποδόσφαιρο είναι το κυρίαρχο άθλημα στη Ζάμπια. Το έφεραν οι Βρετανοί όταν η χώρα ήταν αποικία τους, γνωστή τότε ως Βόρεια Ροδεσία, και έμεινε μετά την αποχώρησή τους, μαζί με την παράδοση και τη γλώσσα. Σε κάθε γωνιά, σε κάθε χωμάτινο δρόμο, υπάρχει μία παρέα από ξυπόλυτα παιδιά που έχουν τυλίξει μερικά κομμάτια χαρτί, τα έχουν δέσει με σκοινί σε σχήμα μπάλας και μιμούνται τους «ήρωες»  τους. Δεν υπάρχουν χρήματα, για τον εξοπλισμό που απαιτούν, άλλα αθλήματα και κατά συνέπεια, το ποδόσφαιρο είναι αυτό που επικρατεί από τις μικρές ηλικίες. Η σημασία του ποδοσφαίρου στον κοινωνικό ιστό αναβαθμίστηκε μετά την τραγωδία του Λιμπρεβίλ. Ο κόσμος χρειαζόταν μία ομάδα να πιστέψει ξανά, έστω κι αν δεν έφτανε στο μεγαλείο της προηγούμενης. Η πρόκληση του Αφρικανικού Πρωταθλήματος ήταν τεράστια για πολλούς λόγους, έξω από το στενό αθλητικό πλαίσιο.

Η κλήρωση του τρίτου ομίλου την έφερε αντιμέτωπη με Ακτή Ελεφαντοστού και Σιέρα Λεόνε. Οι «ελέφαντες» αποτελούσαν το μεγάλο φαβορί, άποψη που διατράνωσαν με τη συντριβή 4-0 της Σιέρα Λεόνε στην πρεμιέρα του γκρουπ. Το μόνο που κατάφεραν οι «χάλκινες σφαίρες» με τον ίδιο αντίπαλο ήταν να αποσπάσουν ισοπαλία χωρίς τέρματα και το ματς με την Ακτή Ελεφαντοστού θα έκρινε το «εισιτήριο» της πρόκρισης. Αν η Ζάμπια έχανε με περισσότερα από τέσσερα τέρματα θα αποκλειόταν. Ουδείς, όμως, δέχθηκε τέτοια μοίρα. Όχι μόνο δεν έχασε, αλλά η ομάδα του Ίαν Πόρτερφιλντ, έχοντας μία «υπηρεσιακή» αλλά στιβαρή άμυνα, κατάφερε να κερδίσει 1-0 και να προκριθεί ως πρωτοπόρος.

Στον επόμενο γύρο, στα προημιτελικά, ο αντίπαλος εξίσου δύσκολος. Η Σενεγάλη αποζητούσε εκδίκηση για τον αποκλεισμό στα προκριματικά του Μουντιάλ, αλλά δεν την πήρε αφού το τέρμα του Έβανς Σακάλα στο 38’  άφησε «μισάνοιχτη» την πόρτα με τις μύχιες σκέψεις, πως αυτή η Ζάμπια θα μπορούσε να εκπληρώσει την αποστολή της αδικοχαμένης ομάδας του 1993. Ο ημιτελικός κόντρα στο Μάλι κι η επιβλητική εμφάνιση και νίκη με 4-0 έδιωξε κάθε αμφιβολία. Δεν χωρούσε τέτοια, οι «χάλκινες σφαίρες» είχαν ταξιδέψει στην Τυνησία για να τιμήσουν με  τον απόλυτο σεβασμό τους νεκρούς τους.

Ο τελικός της 10ης Απριλίου του 1994 κόντρα στη Νιγηρία, σχεδόν ένα χρόνο από την τραγωδία του Λιμπρεβίλ, άρχισε με τους καλύτερους οιωνούς. Ο Ελάιτζα Λιτάνα άνοιξε το σκορ στο 3’ λεπτό και όλοι ευχαρίστησαν τον ουρανό μετά από αυτό το τέρμα. Παρ’ όλα αυτά, οι «σούπερ αετοί»  διέθεταν μία από τις σημαντικότερες ομάδες στην ιστορία τους, όπως θα γνώριζε από πρώτο χέρι λίγους μήνες μετά η Εθνική Ελλάδας. Η παρέα των Φίνιντι Τζορτζ, Τζέι Τζέι Οκότσα, Σάντεϊ Ολίσε, Ντανιέλ Αμοκάτσι, Βίκτορ Ικπέμπα και του πρώτου σκόρερ της διοργάνωσης Ρασίντι Γεκινί βρισκόταν σε εξαιρετική κατάσταση. Ένα γκολ του Εμανουέλε Αμουνίκε αμέσως μετά το 1-0 και ακόμα ένα του ίδιου παίκτη λίγο πριν τη λήξη του πρώτου ημιχρόνου, έφεραν τα πάνω κάτω στο σκορ, το οποίο έμεινε έτσι μέχρι το τέλος. Το κύπελλο τελικά δεν ήρθε. Η αποστολή γύρισε πίσω με το κεφάλι, όχι απλά ψηλά αλλά στα ύψη, και γνώρισε αποθέωση τροπαιούχου. Πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, όταν ακόμα και η πρόκριση στην τελική φάση του θεσμού είχε αντιμετωπιστεί ως «θαύμα»  από το κοινό και τους «ποδοσφαιρανθρώπους».

Η ζωή στη χώρα είχε αρχίσει να ξαναβρίσκει τους παλιούς καθημερινούς ρυθμούς της, με τα συνηθισμένα οικονομικά προβλήματα, να απασχολούν τα 12.000.000 του πληθυσμού. Οι οικογένειες των τριάντα θυμάτων, όμως, βίωναν τον δικό τους «Γολγοθά». Σύμφωνα με το έθιμο στη Ζάμπια, οι σύζυγοι δεν αναγνωρίζονται ως μέλη της οικογένειας του άντρα, με συνέπεια οι τριάντα χήρες και τα ενενήντα παιδιά τους να αντιμετωπίσουν απάνθρωπες καταστάσεις. Η χήρα του Ντέρμπι Μανκίνκα, Ντορίν Μανκίνκα με πόνο ψυχής εκμυστηρεύτηκε׃ «Οι χήρες εκδιώχθηκαν από τα σπίτια τους. Οι συγγενείς ισχυρίστηκαν ότι δεν είχαν παντρευτεί ποτέ. Οι δικοί μου συγγενείς εξ αγχιστείας ήρθαν στο σπίτι μου την ημέρα της κηδείας και πήραν τα πάντα. Την τηλεόραση. Το στερεοφωνικό. Ξεβίδωσαν ακόμα και τις λάμπες από το ταβάνι. Πήραν τα κρεμαστάρια από τους τοίχους. Τι να κάνω? Τα χρήματα που λάβαμε ως αποζημίωση και θα πήγαιναν σε φαγητό και ρούχα για τα παιδιά, κατέληξαν στην αναπλήρωση των αγαθών που μας πήρανε. Πήραν τα κρεβάτια». Δραματικές καταστάσεις. Οι αποζημιώσεις προκάλεσαν μεγάλη αναταραχή στην τοπική κοινωνία για την επόμενη δεκαετία. Τα ποσά που δόθηκαν ήταν πενιχρά και παρά τις διεκδικήσεις των δικηγόρων των οικογενειών, δεν πέτυχαν τίποτα καλύτερο.

Η πιο μεγάλη απαίτηση, όμως, ήταν διαφορετική. Ζητούσαν από τις κυβερνήσεις της χώρας τους και της Γκαμπόν να αφήσουν τις «κοκορομαχίες», και να δώσουν στη δημοσιότητα το πόρισμα των ερευνών του δυστυχήματος. Χρειάστηκε να περάσουν δέκα μαρτυρικά ολόκληρα χρόνια, μέχρι να βγει στο φως, το Νοέμβριο του 2003, μία προκαταρκτική έρευνα από την κυβέρνηση της Γκαμπόν, η οποία δίνει την επίσημη γραμμή για την αφορμή του δυστυχήματος. Αυτή ήταν μηχανικό πρόβλημα και θέμα του πιλότου. Συγκεκριμένα, μετά την απογείωση από το Λιμπρεβίλ, ο αριστερός κινητήρας έπιασε φωτιά και σταμάτησε να λειτουργεί. Η φωτεινή προειδοποίηση, όμως, ήταν ελαττωματική και ο πιλότος έκλεισε τον δεξιό κινητήρα. Το αεροπλάνο έχασε όλη την ώθησή του και κατέπεσε 500 μέτρα από την ακτή. Οι πολίτες της Ζάμπια εννοείται πως δεν πείστηκαν από αυτήν την απάντηση, και πολύ περισσότερο συνέχισαν να πιέζουν την κυβέρνησή τους για μία εξήγηση για το πως επετράπη, σε ένα τέτοιο αεροσκάφος να πραγματοποιήσει το μακρινό ταξίδι μέχρι το Ντακάρ. Απάντηση δεν έχει δοθεί μέχρι σήμερα. Η μοναδική απάντηση που δόθηκε στις οικογένειες των θυμάτων, λίγους μήνες νωρίτερα, στην επέτειο δέκα ετών από την τραγωδία, ήταν πως η κυβέρνηση δεν ήταν υπεύθυνη για τη διοργάνωση επιμνημόσυνης τελετής και πως το κράτος έχει μόνο μία ημέρα αναγνώρισης όλων των πεσόντων ηρώων της, την Ημέρα Ηρώων και Ενότητας, που γιορτάζεται τον Ιούλιο. Η FAZ όρισε τον σύνδεσμο φίλων της εθνικής ομάδας υπεύθυνο για τη διοργάνωση μιας τέτοιας τελετής, αλλά από τα 15.000 δολάρια που χρειάζονταν, συγκεντρώθηκαν μόλις 320. Κατάντια…

Τα χρόνια πέρασαν και σε αθλητικό επίπεδο, η Ζάμπια κινούταν πλέον στα «νερά» της. Η φιναλίστ του 1994 προσπάθησε να φτάσει ένα «σκαλοπάτι» πιο ψηλά, στη διοργάνωση του 1996, αλλά ηττήθηκε 4-2 στον ημιτελικό από την Τυνησία και εν τέλει τερμάτισε στην εξίσου τιμητική τρίτη θέση. Ακολούθησαν αποκλεισμοί στη φάση των ομίλων, (πλην του 2004 που δεν προκρίθηκε καν), στο Αφρικανικό Πρωτάθλημα και φυσικά αποκλεισμοί στα προκριματικά στο Μουντιάλ. Αυτός για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006 ήταν και ο πιο σημαντικός για τη νεότερη ποδοσφαιρική ιστορία της χώρας. Ήταν αυτός που οδήγησε τον Μπουάλια από τη θέση του ομοσπονδιακού τεχνικού (πόστο που κατείχε από το 2003) σε αυτήν του διοικητικού στελέχους και συγκεκριμένα του αντιπροέδρου της FAZ. Δύο χρόνια αργότερα, διορίστηκε πρόεδρος της ομοσπονδίας εκμεταλλευόμενος το όνομά του και είχε μεγαλύτερη ευχέρεια να εφαρμόσει το πλάνο του. Μπορεί η απαράδεκτη και πολλές φορές παράνομη συμπεριφορά του, να προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις το αποτέλεσμα, όμως, όσον αφορά στην εθνική ομάδα, ήταν πέρα από κάθε προσδοκία.

Ο αρχηγός της εθνικής ομάδας τότε Κρίστοφερ Κατόνγκο είχε πει σε συνέντευξη του׃ « Έκανε έναν σχεδιασμό τεσσάρων ετών. Κράτησε τους παίκτες που έπρεπε να μείνουν, το 70%-80% των παικτών, ώστε να δει τι μπορούμε να κάνουμε. Η εφαρμογή άρχισε το 2006 και μετά από λίγα χρόνια ήρθε η αποζημίωση. Το 2006 όταν ήταν προπονητής, αποκλειστήκαμε από τον πρώτο γύρο (εννοούσε στο Αφρικανικό Πρωτάθλημα). Το 2008 το ίδιο, αλλά ήταν πρόεδρος και επέμεινε να διατηρηθεί η ίδια ομάδα. Μετά το 2010 είδατε τι κάναμε, πήγαμε στον επόμενο γύρο και χάσαμε από τη Νιγηρία». Το σύνολο των ποδοσφαιριστών που αποτέλεσαν τη πρωταθλήτρια Αφρικής του 2012 Ζάμπια, προέκυψε από τις ομάδες Κ-20 και Κ-23 των «χάλκινων σφαιρών» στα μέσα των δύο προηγούμενων δεκαετιών. Δεν θύμιζε σε τίποτα τη «χρυσή φουρνιά» του 1988, παρά μόνο στο γεγονός ότι αποτελούνταν από ποδοσφαιριστές που κατά βάση αγωνίζονταν στην Αφρική. Οι εφτά της αποστολής του 2012 έπαιζαν στην πατρίδα τους, οχτώ στη Νότια Αφρική, άλλοι τρεις στη Μαζέμπε του Κονγκό, ο μέσος Τζόνας Σακουάχα ήταν στην Αλ Μερεΐχ του Σουδάν, οι Κατόνγκο και Τζέιμς Τσαμάνγκα στην Κίνα και ο νεαρός μέσος Τσισάμπα Λούνγκου στην Ουράλ Σβέρντλοβσκ,  που τότε ήταν στη δεύτερη κατηγορία του ρωσικού πρωταθλήματος. Μόνο ο Εμανουέλ Μαγιούκα έπαιζε σε σημαντική κατηγορία της Ευρώπης, στην Ελβετία για λογαριασμό της Γιουνγκ Μπόις.

Η αλληλεγγύη που έδειχναν όλοι οι ποδοσφαιριστές, και ο σεβασμός που είχαν προς τον προπονητή τους, ήταν τα επαρκή εφόδια που χρειάζονταν. Και με αυτό τον τρόπο έγραψαν «ολόχρυση» ιστορία. Ο Ερβέ Ρενάρ είχε επιστρέψει στην τεχνική ηγεσία της χώρας, μετά από την πρώτη θητεία του μεταξύ 2008 και 2010, όταν και είχε αποχωρήσει για να αναλάβει την πιο προσοδοφόρα θέση του ομοσπονδιακού τεχνικού της Ανγκόλα. Μετά τη σύντομη παρουσία που είχε  εκεί, και μία εξίσου μικρή περιπέτεια μετά, σε σύλλογο της Αλγερίας, όταν τον κάλεσε ο Μπουάλια, είπε χωρίς δεύτερη σκέψη το ναι και αντικατέστησε τον Ιταλό Ντάριο Μπονέτι, μετά την πρόκριση της Ζάμπια στα τελικά του Αφρικανικού Πρωταθλήματος. Ο 52χρονος Γάλλος σήμερα, που πριν χρόνια είχε απολυθεί από την Κέμπριτζ, μετά από μία ήττα από την άλλη διάσημη πανεπιστημιούπολη της Αγγλίας, την Όξφορντ, γνώριζε πολύ καλά τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης διοργάνωσης. Τα λόγια του τότε ήταν συγκλονιστικά׃ «Είναι γραφτό, πρέπει να πάμε και να τιμήσουμε τις μνήμες της εθνικής Ζάμπια που πέθανε το 1993. Ήταν καταστροφή για το έθνος. Δώδεκα εκατομμύρια άνθρωποι στη Ζάμπια περιμένουν από εμάς να επιστρέψουμε στο Λιμπρεβίλ». Ενώ ο τότε τερματοφύλακας και πρωταγωνιστής σε πολλά παιχνίδια Κένεντι Μουίνε συμπλήρωνε׃ «Πηγαίνουμε στο τουρνουά για να αναπαύσουμε τις ψυχές των πεσόντων ηρώων μας. Οι περισσότεροι από εμάς πήγαιναν δημοτικό όταν συνέβη το δυστύχημα, αλλά ο Καλούσα θυμάται πολλά πράγματα και μας ενθαρρύνει να διατηρήσουμε στο μυαλό μας όσους έχασαν τη ζωή τους, όταν παλεύουμε για τη χώρα μας».

Οι συμπτώσεις τρομακτικά πολλές για να παραμεριστούν, αλλά αυτήν τη φορά για θετικό σκοπό και όχι προοικονομώντας μία τραγωδία. Η διοργάνωση φιλοξενήθηκε τόσο από την Γκαμπόν, όσο και από την Ισημερινή Γουινέα, με τη Ζάμπια να επισκέπτεται την «άσπονδη» εχθρό της μόνο σε περίπτωση που έφτανε μέχρι τον τελικό. Το πρώτο παιχνίδι που θα έδινε ήταν κόντρα στη Σενεγάλη, στην οποία ταξίδευε με το μοιραίο αεροπλάνο του 1993. Στον τελικό, δε, αντιμετώπισε την Ακτή Ελεφαντοστού, τον τελευταίο προορισμό εκείνης της μοιραίας ημέρας για την πτήση που στέρησε την ζωή σε 18 ποδοσφαιριστές και συνολικά 30 άτομα. Και προφανώς, ο Καλούσα Μπουάλια, ο συνδετικός κρίκος των δύο ομάδων, ήταν ο φυσικός ηγέτης τους.

Ο δρόμος προς τη διοργάνωση μόνο στρωμένος με ροδοπέταλα δεν ήταν. Στα προκριματικά δεν αντιμετώπισε μεγάλο πρόβλημα απέναντι σε Μοζαμβίκη και Κομόρος, όμως βρήκε άξια αντίπαλο για την πρωτιά, τη Λιβύη, που παρότι τότε βίωνε ιστορικές, πολιτικές και στιγμές γεμάτο χάος, τερμάτισε μόλις ένα βαθμό πίσω από τις «χάλκινες σφαίρες». Η προετοιμασία συνοδεύθηκε από μεγάλη κριτική για τις εμφανίσεις της ομάδας. Όπως αποδείχτηκε τελικά, ο Ρενάρ και οι παίκτες είχαν άλλα πράγματα στο μυαλό τους. Θυμάται ο Κατόνγκο׃ «Δουλεύαμε πάνω στην τακτική για το ματς με τη Σενεγάλη. Προσπαθήσαμε να το κάνουμε στο φιλικό με τη Ναμίμπια, αλλά ήρθαμε ισόπαλοι και ο κόσμος έλεγε ότι δεν μπορούσαμε να σκοράρουμε. Παρ’ όλα αυτά, από πλευράς τακτικής βρισκόμασταν στο σημείο που θέλαμε. Παίξαμε κόντρα στη Νότια Αφρική, ήρθαμε ισόπαλοι 1-1 και συνέχιζαν να λένε ότι δεν λειτουργεί.  Όμως το σχέδιό μας βρισκόταν σε εφαρμογή. Μετά ήρθε η κρίσιμη μέρα και τα καταφέραμε».

Μέσα σε είκοσι λεπτά στην πρεμιέρα κόντρα στο ένα, εκ των τριών φαβορί για το τρόπαιο, τη Σενεγάλη, η Ζάμπια βρισκόταν μπροστά στο σκορ με δύο γκολ. Ο γνωστός μας Νταμ Εντόι  είχε μειώσει για την ομάδα του Αμαρά Τραορέ, που δεν κατάφερε να αποφύγει την ήττα. Ακολούθησε η ισοπαλία 2-2 με τη Λιβύη την οποία βρήκε ξανά στο δρόμο της και η νίκη 1-0 κόντρα στους συνδιοργανωτές της Ισημερινής Γουινέας. Στα προημιτελικά, η Ζάμπια τέθηκε αντιμέτωπη με το Σουδάν κι έκανε επίδειξη ισχύος επικρατώντας με 3-0. Στα ημιτελικά, η Ζάμπια αντιμετώπισε το δεύτερο φαβορί για την κατάκτηση του τροπαίου, την Γκάνα, και το τέρμα του Μαγιούκα στο 78’ λεπτό της έδωσε την πρόκριση στον τελικό. Οι παίκτες είχαν δώσει όρκο τιμής, να επισκεφτούν την ακτή εκείνη, από όπου οι αυτόπτες μάρτυρες είδαν το αεροπλάνο που μετέφερε την αποστολή της Ζάμπια να συντρίβεται στη θάλασσα. Θα κρατούσαν την υπόσχεσή τους μόνο εάν προκρίνονταν στον τελικό, ο οποίος θα διεξαγόταν στο Λίμπρεβιλ. Όπερ κι εγένετο, με την αποστολή να πατάει για πρώτη φορά από το 1993 τον για πάντα στιγματισμένο τόπο. Είναι ανατριχιαστική η στιγμή που ο Μπουάλια με δάκρυα στα μάτια έλεγε׃ «Δεν είναι σύμπτωση που βρισκόμαστε εδώ σήμερα. Δουλέψαμε σκληρά Είμαι πεπεισμένος, όμως, πως τα αδέρφια μας που έδωσαν τη ζωή τους πριν από 19 χρόνια θα μας δώσουν ένα χεράκι. Το 1993 οι «χάλκινες σφαίρες» ήρθαν εδώ για να εκπληρώσουν μία υπόσχεση και δεν το κατάφεραν. Αντ’ αυτού, έδωσαν τη ζωή τους στο όνομα του σκοπού. Το όνειρό τους να φέρουν δόξα στην πατρίδα μας, τη μητέρα Ζάμπια, είναι το ίδιο που μας φέρνει εδώ σήμερα. Η μοναδική διαφορά είναι πως εμείς είμαστε ζωντανοί, ενώ οι πρώην συμπαίκτες μας δεν είναι πλέον εδώ. Γι’ αυτόν το λόγο, λέω εδώ εκ μέρους όλων όσοι συμμετέχουν στο ποδόσφαιρο της Ζάμπια, ότι τα όνειρά τους είναι όνειρά μας. Ότι χαμογελούν στον παράδεισο, όσο εμείς συμμετέχουμε στο τουρνουά της Γκαμπόν. Προσεύχομαι ώστε οι ψυχές τους να αναπαυθούν αιώνια εν ειρήνη και ο Θεός να μας δώσει δύναμη και κουράγιο να εκπληρώσουμε τα όνειρά μας, τα όνειρά τους».

Ο Μπουάλια, οι παίκτες και ο Ρενάρ περπάτησαν κατά μήκος της ακτής δίπλα από το αεροδρόμιο, τραγουδώντας έναν επικήδειο ύμνο της Ζάμπια, πριν σταματήσουν στο πιο κοντινό σημείο από το δυστύχημα. Ακολούθως, άφησαν «λουλούδια της θάλασσας» στην ακτή, ένα για κάθε άτομο που σκοτώθηκε. Όταν ένα κύμα παρέσυρε το πρώτο λουλούδι, οι θεατές αυτής της συγκινητικής στιγμής ξέσπασαν σε χειροκροτήματα. Μία αχτίδα του ήλιου έδιωξε τα σύννεφα και έστειλε την απάντηση στη μοναδική ομιλία του Μπουάλια. Όλα ήταν διαφορετικά σε αυτόν τον τελικό. Στο στάδιο είχαν στοιβαχτεί περισσότεροι από 40.000 φίλαθλοι, η πλειοψηφία των οποίων γνώριζαν τη σημειολογία του τελικού. Αρκετοί από αυτούς, προέρχονταν από τη Ζάμπια. Με «καθαρά» αγωνιστικά κριτήρια, η Ακτή Ελεφαντοστού ήταν το φαβορί για τη νίκη, μιας και τότε εκείνα τα χρόνια, επρόκειτο ουσιαστικά για την τελευταία ευκαιρία της να στέψει με ένα τρόπαιο τη δική της «χρυσή γενιά». Στις προηγούμενες τρεις διοργανώσεις οι «ελέφαντες»  ήταν ξανά το φαβορί για τον τίτλο, αλλά δεν ήπιαν ποτέ «νερό» από την πηγή.

Η παρέα του Ντιντιέ Ντρογκμπά, όμως, υπολόγιζε χωρίς το συναισθηματικό υπόβαθρο των παικτών της Ζάμπια. Έντεκα ποδοσφαιριστές που βγήκαν στον αγωνιστικό χώρο ενωμένοι σαν μια γροθιά, έτοιμοι να υλοποιήσουν την υπόσχεση που είχαν δώσει πριν την έναρξη του τουρνουά, έτοιμοι να αποτίσουν τον δικό τους φόρο τιμής στα θύματα του 1993. Η Ακτή Ελεφαντοστού για πρώτη φορά επέλεξε να μην επιβάλλει το ρυθμό της, αλλά να περιμένει υπομονετικά. Η Ζάμπια είχε κυριαρχήσει στον αγωνιστικό χώρο, τα μάτια των διεθνών της πετούσαν σπίθες. Όταν η κούραση άρχισε να κάνει την εμφάνισή της, ήρθε η τύχη να σταθεί με το μέρος τους. Η τύχη ή μία ανώτερη βοήθεια, η οποία οδήγησε τον απίστευτο Ντρογκμπά, των κυριολεκτικά εκατοντάδων γκολ, να χάσει μία απίστευτη ευκαιρία και να αστοχήσει σε πέναλτι στην κανονική διάρκεια του αγώνα. Ο ίδιος παίκτης που λίγους μήνες μετά με δικό του γκολ στη λήξη και εκτελεστής του τελευταίου πέναλτι θα έδινε στην Τσέλσι το πρώτο της Κύπελλο Πρωταθλητριών. Στην παράταση, οι «ελέφαντες»  δημιούργησαν περισσότερες ευκαιρίες, αλλά η μπάλα δεν έφτασε ποτέ στα δίχτυα του Μουίνε. Αυτό θα γινόταν για πρώτη φορά στη διαδικασία των πέναλτι, εκεί όπου οι πρώτες εφτά εκτελέσεις για τις δύο ομάδες κατέληξαν σε γκολ.

Η Ακτή Ελεφαντοστού εκτελούσε πρώτη και η εντολή για το όγδοο πέναλτι δόθηκε στον Ζερβίνιο. Ο επιθετικός της Άρσεναλ τότε, αρνήθηκε πεισματικά και ο Κόλο Τουρέ ανέλαβε την ευθύνη. Ο Μουίνε έσωσε κι έδωσε τη δυνατότητα στον Ράινφορντ Καλάμπα να γράψει ιστορία. Ο υπερβολικός ενθουσιασμός του κόστισε, όπως είχε γίνει νωρίτερα με τον ίδιο τον Μουίνε, που ενώ απέκρουσε το τρίτο πέναλτι, του Σολ Μπαμπά, είχε βγει πρόωρα από την εστία του, με συνέπεια να επαναληφθεί η εκτέλεση, με διαφορετικό αποτέλεσμα. Αργότερα σούταρε και ο ίδιος για το πέμπτο πέναλτι, σκόραρε, κάτι που δεν κατάφερε ο Καλάμπα, που πέταξε τη μπάλα ψηλά άουτ.

Τίποτα δεν είχε τελειώσει. Ήταν ένας τελικός που πέρασε στην ιστορία και δε θα ξεχαστεί ποτέ. Ο Ζερβίνιο αποδείχθηκε τελικά σωστός στην κρίση του. Η έλλειψη εμπιστοσύνης στα πόδια του, και το κατεστραμμένο σημείο του πέναλτι οδήγησαν το σουτ του Τουρέ πάνω από την εστία του Μουίνε. Η δύναμη ίσως να μην προήλθε όλη από το πόδι του, ίσως «κάποιοι» από ψηλά, να ήθελαν να δώσουν ακόμα μία ευκαιρία στη Ζάμπια και συγκεκριμένα στον Στοπίλα Σούνζου. Ο μέσος της Μαζέμπε εκείνη την εποχή, έστησε την μπάλα σε ότι είχε απομείνει από τη βούλα του πέναλτι, σούταρε με απόλυτη ψυχραιμία και έδωσε τη νίκη και το τρόπαιο στη χώρα του.

Οι σκηνές που ακολούθησαν είναι απερίγραπτες, ανεπανάληπτες, συγκλονιστικές και γεμάτες κατάνυξη. Οι παίκτες της Ζάμπια, όλοι, μετά τη συγκινητική κίνηση του Ρενάρ να μεταφέρει στην αγκαλιά του τον τραυματία Τζόζεφ Μουσόντα, δεν ξέσπασαν σε πανηγυρισμούς, αλλά σε μία μαζική προσευχή αφιέρωση στις τριάντα αδικοχαμένες ψυχές. Η αποστολή τους είχε πλέον ολοκληρωθεί και οι Έφορντ Τσαμπάλα, Τζον Σόκο, Γουίτεσον Τσάνγκουε, Ρόμπερτ Γουατιγακένι, Έστον Μουλένγκα, Ντέρμπι Μακίνκα, Μόουζες Τσικουαλακουάλα, Γουίσντομ Μούμπα Τσάνσα, Κέλβιν Μουτάλε, Τίμοθι Μουιτούα, Νούμπα Μουίλα, Ρίτσαρντ Μουάνζα, Σάμουελ Τσόμπα, Μόουζες Μασούα, Κέναν Σιμάμπε, Γκόντφρεϊ Κάνγκουα, Γουίντερ Μούμπα, Πάτρικ Μπάντα, Γκόντφρεϊ Τσιτάλου και Άλεξ Τσόλα μπόρεσαν να αναπαυθούν ξέγνοιαστα 19 χρόνια μετά…

 

Από τον Ευστράτιο Φωτεινό

 

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here